at a glance
Top

O ποιητής

κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

Μια ιστορία μικρή

Είσαι το δώρο απ’ το ζευγάρωμα ενός θυμού και μιας απογοήτευσης. Μη χαμηλώνεις όμως, πέτα. Αντέχεις εσύ…

Πάντα έπιαναν τα λόγια της μάνας. Τον καθησύχαζαν. Του ‘διναν χρόνο να σκεφτεί. Πέρασαν έτσι, κοντά δυο μήνες. Τα βράδια, τα στρωσίδια του φουρτούνιαζαν, τις ανατολές τις προϋπαντούσε με σκέτους καφέδες, τα μεσημέρια με κατάκοπους ιδρώτες. Ο χρόνος ήτανε φίλος κι οχτρός. Δροσιές και λίβας. Δεν του ‘δινε πια βαρύτητα. Τον χαρακτήριζε ανεξίθρησκο, το χρόνο. Κι ο ίδιος είχε τόση ανάγκη να πιστεύει κάπου, με κάποιον μαζί. Ζήταγε ομοϊδεάτη για να τον ηρεμεί. Κι ο χρόνος, είχε κι έχει πάντα το δικό του ρυθμό, ξέρεις. Δεν συμπορεύεται.

Πέρασαν έτσι, κοντά δυο μήνες. Την έπιασε ξανά τη μάνα μας, της μίλησε άλλη μια, της είπε πως θα φύγει. Δεν τον αντέχει. Ούτε αυτόν, ούτε τη ζωή τους.

Υπομονή! Μια μέρα θα γίνεις ουρλιαχτό, του ‘πε κι ύστερα του άστραψε ένα αναπάντεχο χαστούκι, μήπως τον συνεφέρει…

Η ξαδέρφη μας η Ευθαλίτσα μάς τα πρόφτασε όλα. Αυτή. Όλα τα ‘ξευρε αυτή.

Μετά το χαστούκι, είπε η εξαδέλφη, ξαπόστασε λίγο στο πλατύσκαλο κι έγινε δρόμος κι ουρλιαχτό. Του το ‘πε η μάνα μας, θα γίνεις ουρλιαχτό. Χατίρι δεν της χάλασε.

Τη λάτρευε εκείνη τη σκάλα. Τη μωσαϊκοστολισμένη, με τον λεκέ απ’ το γάλα που του χύθηκε, παιδί ακόμη, και που κανένα χλώριο δεν κατάφερε να τον αποχωρίσει από αυτήν. Σκαλί σκαλί καθώς την άφηνε κι εκείνη θαρρείς να πλάταινε κι όλο πλάταινε όσο αυτός παραμέριζε το πατρικό μας κι έβγαινε καθημερνά στον έξω κόσμο. Έτσι και τούτη τη μέρα κι ακόμη πιο έντονα. Δε θα ξανάβλεπε ποτέ του το βενζινάδικο του μπαμπά μας, σκέφτηκε. Ούτε από απόσταση. Και το ‘κανε…

Δύσκολος άνθρωπος ,να λέμε την αλήθεια, ο μπαμπάς. Και ο Άκης, ευαίσθητος πολύ. Και τόσο που τον άντεξε… από πολύ σεβασμό στην κοινωνία, είπανε όλοι, μαζί και η Ευθαλίτσα. Σάμπως, ο πρώτος ή ο τελευταίος είναι που τα κάνει όλα για το ρημαδιασμένο το ‘’τί θα πει η κοινωνία!’’. Ο Άγγελος όμως-μονάχα εγώ τον λέω έτσι- το σήκωσε το μπαϊράκι του εντέλει. Και χωρίς κανένα στεγανό. Με μια αλλαξιά και τούτο το επίθετο προίκα, που όσο να ‘ναι, ε ανοίγει και καμιά πόρτα δύσκολη. Μα κι ετούτο, θα τ’ άφηνε αν μπόραγε… Μήτε το βιβλιάριό του δεν καταδέχτηκε να κρατήσει, παρά μου το ‘χωσε στον κόρφο, σα με στείλανε να του το πάω σ’ εκείνη την γκαρσονιέρα την ασοβάτιστη, που νοίκιασε με τον πρώτο του μισθό. Μου το ‘χωσε στον κόρφο, μου ταίριαξε το πουκάμισο καλά μέσα στο πανταλόνι- γιατί στην ευχή να γαμπροντύνουνε έτσι τα δεκατριάχρονα οι γονείς, ποτέ δεν το κατάλαβα- και μ’ έκατσε σ’ εκείνο το ντιβανομπάουλο. Λύγισε γόνατα μπροστά μου, άντρας εικοσιοχτάρης, ένα ενενήντα και με φωνή περήφανη μου ‘πε ‘’Δεν έχω τίποτα, βρε Μάρκο μου, να σε κεράσω. Τίποτα. Να έρχεσαι όμως όποτε θες. Θα τα στρώσω τα πράγματα. Τώρα γίνομαι ευτυχισμένος!’’

Γύρω του είχε έναν σωρό βιβλία- δανεικά είπε- χαρτιά, μολύβια, στυλό, τετράδια. Όλα στο πάτωμα αφημένα. Τα χέρια του θαρρείς μεγάλωσαν και πρήστηκαν στα μπράτσα. Τα μαύρα του μάτια σπινθήριζαν ελευθερίες και οι ανάσες του χόρταιναν οξυγόνα μέσα στα εικοσιένα τετραγωνικά. Του φτάνανε… 

Έμεινε εκεί κανά δυο χρόνια. Τίποτα δεν άλλαξε εκεί μέσα. Μονάχα τα βιβλία, οι σημειώσεις και τα χειρόγραφα περίσσευαν. Κώπες ολόκληρες που κατάτρωγαν τις φτηνές μοκέτες της γκαρσονιέρας του. Πήγαινα τακτικά. Μήτε η μαμά ρωτούσε για τον Άγγελο, μήτε εκείνος. Όσο για τον μπαμπά… καμία νύξη. 

Πόσο θα ‘θελα να ξανασμίγαμε έστω για μια φορά ξανά. Ούτε λόγος να το προτείνω, βέβαια. Οι μεγάλοι είχανε μουλαρώσει κι ο Άγγελος έμοιαζε πια τόσο γαλήνιος, που κάθε κουβέντα μου θα προκαλούσε αναστάτωση. Κι εγώ δε θα ‘ντεχα.

Ο μπαμπάς στο σπίτι επέστρεφε αργά τα βράδια κι ήταν πάντα ήσυχος. Μπάνιο, φαγητό και ύπνος στον καναπέ, μπροστά στην τηλεόραση. Μήτε μας ρωτούσε πώς περνάμε. Ζούσε για τη δουλειά. Η δουλειά ήτανε η οικογένειά του. Ήτανε σύντροφος και παιδιά. Φίλος κι αδερφός μαζί… Εμείς απλά συμπληρώναμε μια κοινωνική του ανάγκη. Δίναμε μια προοπτική στο μέλλον της επιχείρησης. Ήμασταν η επένδυση του κεφαλαίου που κάποτε χρεώθηκε. Ήμασταν όλα όσα εκείνος οραματίζονταν δίχως ενστάσεις. Να που όμως που με τον Άγγελο δεν του ‘βγαινε. Να που όμως ο Άγγελος, που του είχε αναθέσει τόσα στη δουλειά, ‘κει μέσα μαράζωνε. Και η κάθε μέρα, τον γέρναγε τρεις και τέσσερις φορές. Δεν άντεχε μήτε τις φωνές του, μήτε τις πονηριές του, μήτε την αδικία απέναντι στους πέντε, τους χειμώνες φτάνανε και τους εφτά με τα πετρέλαια, εργαζόμενούς του. Παρέμενε ένας άγγελος ο Άγγελος. Και χαμήλωνε μπρος στον πατέρα, μπρος στη δουλειά μα και μπρος στους εργαζόμενους, κι αυτό το τελευταίο διόλου δεν του άρεζε του σκληρού αφεντικού. Τον πίεζε, τον ερέθιζε να σηκώσει κεφάλι. ‘’Θα σε καταπιούν αυτοί που βλέπεις έτσι και τους δώσεις λίγο αέρα… θα σε γαμήσουν!’’

Ο νους του Άγγελου αλλού αρμένιζε. Ήταν πολύ μεγάλα και άγρια όλα ετούτα του μπαμπά, για να τα επιτρέψει να του χωθούν στο νου. Έτσι κι αλλιώς, ο ίδιος ποτέ δε νοιάστηκε για σπίτια, γι’ αυτοκίνητα και λούσα. Σάμπως, σκεφτότανε, κι ο μπαμπάς που τα φυσούσε τα παράδια , κατάφερε να χαρεί κάτι… Ούτε στις διακοπές δεν ακολουθούσε. Διόλου δε μας έζησε. ‘’Θα μου τα κάνουνε μαντάρα ετούτοι όλοι, αν φύγω εγώ’’ κι εκείνο το ‘εγώ’, γιγάντωνε τόσο –βαριά σκιά- που ψύχραινε το μέσα μας.

Και μας έλεγε κι άλλα δειλά δειλά ,ο Άγγελος, τελευταία. Πού τα ‘ξευρε όλα εκείνα ο αφιλότιμος! Έλεγε, με απλά λόγια για να τον κατανοούμε, ότι ο ίδιος του, δεν τα θέλει τούτα τα βρώμικα λεφτά. Πάνω στις πλάτες του εργάτη. Λεφτά ματωμένα δε σκορπίζουνε χαρές, αλλά κατάρες, έλεγε. Και η μάνα μας πρόφταινε δεν πρόφταινε να του κλείσει το στόμα βίαια με την παλάμη της, γυρνώντας το κεφάλι της  πίσω της αγχωμένη κι ανήσυχη, μπας και τον άκουσε κανείς ‘’Αχ, θα μας κάψεις και πρώτος θα καείς!’’

Τούτες τις αδικίες, ο Άγγελος δεν τις ανεχότανε. Υπερωρίες που δεν πληρώθηκαν ποτέ, ανασφάλιστους εργάτες, μεροκάματα μισά, χωρίς διαλείμματα- στο πόδι δυο μπουκιές και ο καφές στο λεπτό- ‘’Αν θέλανε διαλείμματα να μένανε στο σχολειό… Εδώ είναι δουλειά. Δουλειά!!’’

Παραήτανε ευαίσθητος. Δεν ταίριαζε σ’ αυτό το χώρο. Να φανταστείς οι εργάτες τον φωνάζανε, Ποιητή. Και φούσκωνε κι ανάβλυζε φλόγες και λάβες ο μπαμπάς και τους βλαστήμαγε  ολονών τις μάνες. Και πρώτη πρώτη τη δική μας.

 Να, τέτοια μέρα ήταν που κλώτσησε και τον Βασίλη της θείας της Μάρως, τον αδερφό της Ευθαλίτσας μας. Τον κλώτσησε κι έπειτα τον έδιωξε για πάντα απ’ το βενζινάδικο. Γιατί ο έρμος ξεκαρδίστηκε, που είπανε οι άλλοι τον Άκη, Ποιητή. Και ήρθε, που λες, η θεία η Μάρω ως τα σκαλιά και παρακάλαγε τη μαμά να τον κρατήσουμε στη δουλειά. Κι έπεφτε και τις φιλούσε τα πόδια κι έκλαιγε, η θεία. Ξοπίσω της και η Ευθαλίτσα, στα δάκρυα λουσμένη.

Την είδε τη σκηνή κι ο Άγγελος και πώς να ησυχάσει! Ανένδοτος ο μπαμπάς, ακόμη και στο ανίψι απ’ αδελφή. Αγρίμι και θεριό, χωρίς υπερβολές. Ίσως και ν’ αδικώ, θεριά κι αγρίμια.

Όλο κάτι τέτοια γίνονταν κι ο Άγγελος κατάπινε κατάπινε κατάπινε με υπομονή, ώσπου εφτά ολόκληρα χρόνια μετά, δίχως πολλά πολλά, μας έκλεισε την πόρτα.

Ναι, είναι αλήθεια, τώρα γαλήνεψε ο Άγγελος. Τα τελευταία χρόνια φέρνει βόλτες στα φανάρια στην άλλη άκρη της Θεσσαλονίκης, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο που ξετρυπά τ’ αρρενωπά του γένια. Σέρνει ξωπίσω του ένα καρότσι φορτωμένο χαρτιά και άλλα ανακυκλώσιμα υλικά. Σέρνει τη ζωή κι αυτή εκείνον. Είναι πάντα καθαρός. Να, σαν το βλέμμα του!! Περπατάει αργά και χαιρετάει όλο τον κόσμο. Έχει πατήσει τα πενήντα πια… Ήρεμος πια… Όλοι τον αποκαλούνε Ποιητή κι εκείνος το απολαμβάνει. Στο σπίτι του, ένα δωμάτιο όλο κι όλο, κάθεται και γράφει με τις ώρες. Γράφει και γράφει και διαβάζει και πάλι γράφει. Πηγαίνω που και που… όχι συχνά είναι η αλήθεια. Μονάχα εγώ του έμεινα, λέει. Εγώ και οι λέξεις! Και οι λέξεις, αδερφέ μου, δε θα με προδώσουνε ποτέ. Βρήκα τον ομοϊδεάτη μου. Τις λέξεις.

Έχει μια φωτογραφία μου μικρή πάνω από το στρώμα του και μια μεγάλη λίγο πιο εκεί, από μια κοπέλα. Όμορφη πολύ, του είπα κάποτε. Μα λίγη, συμπλήρωσε με πίκρα.

Ο Άγγελος ξυπνάει χαράματα, πλένεται καλά, φορά τα καθαρά του ρούχα, ντύνεται φως κι αγάπες και ξεχύνεται στους δρόμους. Χαμογελά στον κόσμο που τον φωνάζει Ποιητή, χαμογελά στο νου του μέσα για μένα, χαμογελά στην ‘’λίγη’’ του, χαμογελά στις λέξεις. Ο Άγγελος έχει μάθει να συγχωρεί και είναι πια ευτυχισμένος και λεύθερος… Ο Άγγελος, είναι ένας άγγελος επί γης, ένας μικρός Χριστός… κι αλί σ’ εμάς και στις φωτιές μας.