at a glance
Top

Ο δρόμος με τις ανθισμένες κουτσουπιές

κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

Μια ιστορία μικρή

‘’Νικόλα, στο σταυρό που σου κάνω, στα κρασιά που ήπιαμε. Στα παιδικά μας χρόνια.’’

Μόνο τον κοιτούσα…

‘’Νικόλα, μην περάσει στιγμή απ’ το μυαλό σου ότι μου ήταν εύκολο. Άντρας είμαι κι εγώ. Ξέρω. Έπρεπε όμως να σου το πω.’’

Είχα εστιάσει  στο στόμα του κι έπαψα πια να τον ακούω. Τα χείλη του καβαλούσαν το ένα το άλλο, σ’ έναν συνεχόμενο καυγά με μόνιμους κριτές και μεσολαβητές, πότε τα δόντια κι άλλες φορές την ασπρισμένη του γλώσσα. Πάντα έφτυνε τόσο, αναρωτήθηκα… Πάντα η γλώσσα του ήταν έτσι; Κι αυτό το ελαφρώς αλλήθωρο βλέμμα του, η στιγμή το γέννησε ή μήπως η φιλία μου μαζί του το ‘κρυβε τόσα χρόνια!

Είχαν περάσει λεπτά ολόκληρα, όπου όλων των ειδών οι ήχοι είχαν μεταναστεύσει μακριά μου. Σ’ ένα, θαρρείς, ατέλειωτο φευγιό. Να συναντήσουν, ίσως, την αχλή μιας υγρασίας και να συνωμοτήσουν για κάποιο αιώνιο μυστικό σιωπής μαζί της. Ίσως.

 

Η δεξιά του παλάμη μου ‘δωσε δυο στον ώμο, παρηγοριάς ή ώθησης ποτέ δεν το κατάλαβα, κι έπειτα φάνηκε να κοκκινίζει ολόκληρος και να τον καμπουριάζουν κάποιες δεύτερες σκέψεις, καθώς μ’ έχαναν τα μάτια του όπως έστρεφα το κορμί μου για αλλού…

Δέκα λεπτά δρόμος το σπίτι μου κι ενώ θα ταίριαζε σκηνοθετικά να κινούμαι με ταχύτητα, να τρέχω στα πεζοδρόμια και να σπρώχνω τον λιγοστό, αμέριμνο και ανυποψίαστο κόσμο για να διαβώ και να πιάσω στα πράσα την μοιχαλίδα με τον λεγάμενο, αντ’ αυτού, άναψα τσιγάρο. Διάλεξα τη διαδρομή με την μεγαλύτερη απόσταση, περιμετρικά του τετραγώνου, και κινήθηκα αλυσοδεμένος με σκέψεις. Τι ήθελα στ’ αλήθεια να συναντήσω! Ο αντρικός μου εγωισμός δεν μου επέτρεπε πολλά. Είχα όμως κι από γεννησιμιού μου, ολότελα, αυτή την έλλειψη ναρκισσισμού… Κι αν είμαστε από το υλικό που φτιάχνονται τα όνειρα, που λέει ο Πρόσπερο, από ποια υλικά φτιάχνονται, άραγε, εκείνοι που έχουν αυτοπεποίθηση;

Από την άλλη, για να τα λέμε όλα, μήπως κι εγώ δεν ξέφυγα κατά το παρελθόν! Πού κρύβεται η όποια ισορροπία, λοιπόν; Λένε πως όταν η γυναίκα πάει σε χέρια άλλου, την έχασες. Από αγάπη πάει εκεί και όχι μόνο από σαρκική επιθυμία. Ο άντρας, λένε, είναι άλλο… Θέλει επιβεβαίωση ο άντρας. Έχει ένστικτα, λένε! Κάνει λένε, τη δουλειά του κι έπειτα γυρνάει στη φωλιά του. Η γυναίκα, λένε, είναι άλλο. Τώρα ποιοι είναι εκείνοι που τα λένε, ποτέ δεν τους είδα. Άλλοι πάντα είναι εκείνοι που τα λένε. Πάντα κάποιοι άλλοι, πάντα κάποιοι τρίτοι, κάποιοι παλιότεροι ημίσοφοι, κάποιοι εξωγήινοι ίσως, που ουδεμία σχέση έχουνε μ’ εμάς.

Να, με τέτοιες σκέψεις άπλωνα βήμα και σίμωνα στο σπίτι.

Από την άλλη, είχα ξεχάσει πόσο καιρό είχα να την πλησιάσω. Πότε κάναμε τελευταία φορά έρωτα; Πόσος καιρός μας έφυγε έτσι! Πότε μοιραστήκαμε μιαν όμορφη κουβέντα και πόσα λόγια μας τα φύσηξε η καθημερινότητα γι’ αλλού.

Βρήκα έναν κλέφτη που ξεφύτρωσε από μια τσιμεντένια ρωγμή. Πως τους λέτε εσείς; Πώς; Πικραλίδα; Αυτό, έστω! Κάποτε, πιτσιρίκια, τον κόβαμε και τον φυσούσαμε με όλη μας τη δύναμη στον αέρα. Αν έχανε όλα του τα ‘χνουδάκια’, η αγαπημένη μας μας αγαπούσε κι αυτή. Αν όχι… αυτά ήταν παιδικές βλακείες! Τον φύσηξα τον κλέφτη με ορμή και απέστρεψα το βλέμμα μου, κατάληξη μη δω.

Καθώς με βράζανε κοχλάζοντα ερωτήματα, εκείνο που ξεχώριζε ήταν αν την αγαπούσα εγώ. Εφτά χρόνια μαζί της και πρώτη φορά το αναρωτιόμουνα. Τι έκανα άραγε πριν… Είχε κι εκείνον τον έρωτα, βλέπεις, που μου καθότανε αγκάθι στο λαιμό για χρόνια. Που τάχα είχε ξεπεράσει, που τάχα δε σήμαινε για εκείνη πλέον τίποτα απολύτως και που σε ένδειξη αφοσίωσης τυφλής της, έκαψε γράμματα και φωτογραφίες τους κοινές. Όλες, όμως; Αμφέβαλα… Εγώ δεν θα το έκανα ποτέ!

Την αγαπούσα. Την αγαπώ;

Την αγαπούσα και τότε, που μέσα σε μια ερωτική της παραζάλη πάνω σε στιγμές ηδονικής κορύφωσης φώναξε τ’ όνομά του κι έγινε η νύχτα μας μια ψίθυρη, καθόλα ειλικρινής, συγγνώμη της.

Και τώρα τι άραγε επιδιώκω να συναντήσω μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Στο κοινό μας σπίτι. Αν είναι εκεί αυτός; Θέλω να τους πετύχω μαζί; Πως θα αντιδράσω; Εγωισμός ή λογική; Παραφροσύνη και πανικός; Περηφάνια ή κατανόηση;

Την αγαπούσα. Την αγαπώ;

Είχα μπει πια στον δρόμο με τις ανθισμένες κουτσουπιές εκατέρωθεν, το Δέντρο του Ιούδα κατά τους Άγγλους, που οδηγούσε μπροστά στην εξώπορτά μου. Τα μωβ άνθη τους- όχι σαν της πασχαλιάς, σε άλλη απόχρωση και άοσμα ετούτα- κορύφωναν την Απριλιάτικη νιότη τους και μου δαχτυλοδείχνανε μια προδοσία, στον περίβολο του κήπου της Γεθσημανής. Ασυναίσθητα έκοψα τρία -τέσσερα κλαδάκια ανθισμένα και στάθηκα απέναντι στις ευθύνες μου. Είχα πολύ καιρό να της χαρίσω ένα λουλούδι, μιαν αγκαλιά αγριολούλουδα όπως συνήθιζα παλιά… Πισωπάτησα κι έκατσα στον  ίσκιο μιας κουτσουπιάς απέναντι από το σπίτι μου. Της άνοιξα κουβέντα, της έθεσα ερωτήματα… και όπως ξαπλώθηκα εντέλει  ανάσκελα, μου φάνηκε να μου χαμογελά καθώς απόδιωχνε απ’ τα κλαδιά της ένα κοτσύφι αρσενικό, κουβέντα μου μη χάσει!

Μπήκα  μέσα. Δεν ήξερα αν ήτανε ακόμη εκείνος, παρά μπήκα. Το σπίτι αδειανό. Όχι! Άκουγα ξεκάθαρα πια την Ιφιγένεια στο μπάνιο. Η κρεβατοκάμαρα στρωμένη λευκές απουσίες. Πήρα το κρυστάλλινο βάζο και του ‘βαλα νερό. Το γιόμισα άνθη κουτσουπιάς -όνειρο!- κι έκανα να φύγω… Κάτω πεσμένο ένα φύλλο χαρτί που χόρευε ελαφρώς γύρω απ’ τα βήματά μου. Δεν ήταν ο γραφικός χαρακτήρας της Ιφιγένειας.

Έγραφε… ‘’ Μια ευαισθησία πέταξε στα υψηλά μποφόρ του έρωτα’’

Την αγαπούσε.

Έκλεισα απαλά την πόρτα και περπάτησα τώρα αντίθετα, πάνω στον δρόμο με τις ανθισμένες κουτσουπιές. Για οπουδήποτε. Ποτέ δεν υπάρχει, άλλωστε, σίγουρος προορισμός. Μόνο ταξίδι. Μόνο ταξίδι.

Κι έγινα άφιλτρο τσιγάρο…