at a glance
Top

Είναι που μπήκε σιγά-σιγά και το φθινόπωρο

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου */* επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης

Λέγε με χάος να τελειώνουμε

Τώρα τι να σου πω; Κάποια πράγματα μένουν με έναν τρόπο δικό τους για πάντα εδώ τριγύρω, έτσι, να βρίσκονται. Έχουν σχήμα ακαθόριστο σαν λεκές από αίμα σε μαύρο ρούχο. Γίνονται ένα με το υποσυνείδητό σου τόσο που πια κάποτε δεν ξεχωρίζουν καν.

 

Μπήκε, που λες, το φθινόπωρο και κάθε που πάει λίγο να αλλάξει ο καιρός αλλάζουν πλευρό κι οι αναμνήσεις. Δεν έχω παράπονο. Συναισθηματικά γεμάτη ζωή είχα ως τώρα. Κι όσα προκάλεσα καλά να τα πάθω κι όσα δεν προκάλεσα έγιναν άτιμα “αν” και πήγαν να με πνίξουν μέχρι που τα ξόρκισα και συμφιλιώθηκα με την πάρτη τους ώστε να συνεχίσω. Να πάω για τα επόμενα κι όσο λιγότερα “αν” γίνεται -είπα- από δω και πέρα.

Αλλά τι να σου πω κι εσένα τώρα. Είσαι από τις πιο χρωματιστές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του μυαλού μου, σου αρκεί; Όχι ότι με ρώτησες ή θα με ρωτούσες ποτέ. Άρχισες και να ξεφτίζεις στις άκρες, ξέρεις. Κάποια στιγμή θα φθαρείς εντελώς. Έγινες απλώς μια σκέψη η οποία επανέρχεται όλο και σπανιότερα για να ρωτήσει τον εαυτό της ρητορικά “τι να κάνει άραγε;” κι αυτό ήταν.

 

Θα ήθελα να ξέρω ότι είσαι καλά, ας πούμε, δεν το κρύβω. Φοβάμαι όμως να εκφραστώ. Είναι η μοναδική ίσως φορά που θα σκεφτώ ηλιθιωδώς τι θα μπορούσε να πει κανείς αν έδινα σημεία ζωής για να δω τι κάνεις ή αν αναρωτιόμουν κάτι τέτοιο φωναχτά. Τα πάντα είναι ταυτισμένα με τον έρωτα και καλά κάνουν κατά τα άλλα. Μα να που κάτι τέτοιες στιγμές οι παρεξηγήσεις σε εμποδίζουν από το να εκδηλώσεις απλές ανθρώπινες σκέψεις σου.

Μου βγήκε αυθόρμητα να δηλώσω, ας πούμε, πόσο τυχερή αισθάνομαι που προχώρησα στη ζωή μου έχοντας δίπλα μου τον ίδιο τον έρωτα ύστερα από τη σαδομαζοχιστική δική μας ιστορία. Μα δε χρειαζόταν μάλλον καν να το πω μιας κι αρκεί που τελικά με κατακλύζει. Και κάπως έτσι θα έβρισκαν ορισμένοι αμεπλοφιλόσοφοι ή μη ευκαιρία να ρωτήσουν γιατί άραγε σκαλίζω τα παλιά κι άντε να τους εξηγήσεις τι θα πει νοιάξιμο.

 

Όταν ένας άνθρωπος αποτελεί αυτό το γνωστό που λέμε “κεφάλαιο” στη ζωή σου τότε για πάντα θα συμβολίζει μια εποχή, κάποια έντονα συναισθήματα, πέντε ανεπανάληπτες στιγμές κι ίσως το πρόσωπό του να σου φέρνει στο μυαλό μια ιδέα, μια ατμόσφαιρα, ανεξήγητες αισθήσεις. Την ιδέα όσων κάποτε μοιραστήκατε ή σε έκανε να βιώσεις. Την ατμόσφαιρα που ανέπνεες μαζί με το αρωματικό τσιγάρο σου κάτι κλεφτές νύχτες σαν αυτή που πλησιάζει τώρα που πληκτρολογώ. Τις ανεξήγητες αισθήσεις ενός αμήχανου και διστακτικού αυτοαναιρούμενου ηφαιστείου που βαριανάσαινε στο στέρνο σου.

Έχει σημασία; Όχι, δεν είναι απωθημένο. Απωθημένο παραμένει μόνο το γιατί δεν έγιναν όσα θα μπορούσαν να είχαν γίνει τότε. Στο τότε. Σε εκείνο το περασμένο τότε που εκείνος ο περασμένος κι αμήχανος εαυτός σου δε διαχειρίστηκε τα πράγματα όπως στ’ αλήθεια θα ήθελες ή που δε διαχειρίστηκε εκείνος ο άνθρωπος την κατάστασή σας όπως θεωρούσες πως σου ή σας άξιζε αν και δεν είναι όλα άσπρο ή μαύρο τελικά. Μα δεν είναι απωθημένο του σήμερα. Δε σέρνεται μέχρι το παρόν σαν κάτι ανολοκλήρωτο που σε στοιχειώνει ακόμη ταΐζοντας τις ελπίδες σου με αέρα πως θα ξανάρθει. Δε θες να ξανάρθει. Δε σε νοιάζει να ξανάρθει. Μα σε νοιάζει να είναι όπου είναι καλά.

 

Αυτό έχω πάθει κι εγώ μαζί σου. Και τι σε νοιάζει τελικά αν είναι καλά, ακούω να μου λένε οι φωνές μου, δε μας έπεισες. Μα δε θα το βάλω και μαράζι αν δεν μπορώ να μάθω. Δεν είναι αυτό. Απλώς είναι που ταύτισα το πρόσωπό σου με όσα περνάνε κι είναι κρίμα να φοβάμαι πως όπως εσύ έτσι κι όλα τα υπόλοιπα που αγάπησα ή πλησίασα στο να το πάθω θα χαθούν κάποτε εντελώς. Είναι κρίμα να φοβάμαι πως όπως δεν μπορώ να μιλήσω πια στο τότε μου έτσι και το τώρα μου ίσως γίνει στο μέλλον ένα εξίσου απλησίαστο τότε με τη δική του σειρά. Είναι που συμβολίζεις τα τετελεσμένα και τα μετέωρα. Κι εγώ αυτά δεν τα μπορώ. Μου τη δίνουν. Κι ίσως αυτό να έχω ονομάσει εν τέλει νοιάξιμο. Ποιος ξέρει.

 

Είναι που μπήκε σιγά-σιγά και το φθινόπωρο. Κι έτσι όπως αλλάζει ο καιρός αλλάζουν πλευρό κι οι αναμνήσεις.