at a glance
Top

Η μικρή ιστορία των αναμνήσεων

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου */* επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης

Λέγε με χάος να τελειώνουμε

Ένα δρομάκι ήταν. Για τους πολλούς σαν τόσα άλλα. Τσιμεντένια ξερή άσφαλτος. Γκρίζα κι αδιάφορη, ποιος θα μπορούσε να τη συνδέσει με οτιδήποτε συναισθηματικό; Να όμως που αυτό το δρομάκι για εμάς σημαίνει πολλά. Σημαίνει την πρώτη μας συνάντηση και τα πρώτα μας βήματα πλάι-πλάι. Σημαίνει τις πρώτες μας κρυφές συναντήσεις και τα πρώτα μας θρασύδειλα βλέμματα. Τα πρώτα μας χάδια και το πρώτο φιλί μας ένα βράδυ που για τους πολλούς ήταν σαν όλα τα άλλα.

Κάτι πλακόστρωτα γεμάτα ανηφόρες πότισαν απ’ τις βόλτες μας. Εκείνα τα σοκάκια που στρώθηκαν με έρωτες, πάθη, χωρισμούς, ξέρεις, μαζί τ’ ανακαλύψαμε κι ακόμη τα περπατάμε. Εκείνα τα σκοτάδια που αγκάλιασαν τα πιο μεγάλα μυστικά μας θα θελα για όσες ακόμη φορές αντέχεις να γίνουν ξανά η κρυψώνα μας. Κι ας έχουμε πια προχωρήσει. Κι ας μην έχουμε τίποτε να κρύψουμε πια. Εκείνες οι ανηφόρες που μπέρδευαν τα λαχανιάσματα της κούρασης και τις γρήγορες ανάσες των ερωτευμένων πάντα θα μας περιμένουν για μια ακόμη βόλτα στο δικό μας άγνωστο. Εκείνη η θέα που για άλλους έγινε ένα τεράστιο νεκροταφείο αναμνήσεων και γι’ άλλους ένα πελώριο μαιευτήριο ερώτων παραμένει ακόμη ένα από τα σύμβολα του παρελθόντος μας.

Κι ένα πεζούλι ήταν, που λες. Για τους πολλούς χωρίς κανένα ιδιαίτερο νόημα. Ίσως απλώς κάποιοι να σταμάτησαν κάποτε εκεί ίσα για να πάρουν μια ανάσα, να κάνουν ένα τσιγάρο ή αν πιουν μια γουλιά μπίρα πριν κατηφορήσουν για πιο ενδιαφέροντα μέρη τελικά. Ποιος να το φανταζόταν ότι τα πιο αδιάφορα μέρη όμως κάποτε έγιναν αυτόπτες μάρτυρες στη δημιουργία της πιο καρμικής σπίθας;

Κι ένα άλλο πεζούλι ήταν, θυμάσαι; Ίσως αυτό όχι για τους πολλούς σαν όλα τα άλλα. Ίσως αυτό το συγκεκριμένο να άκουσε κι από άλλους μυστικά σαν τα δικά μας. Το ‘χει βλέπεις η περιοχή να φιλοξενεί τις έφηβες ιστορίες μιας πόλης που κρύβεται πίσω από την πόλη των ενηλίκων. Μιας άλλης πόλης. Αθώας κι ένοχης. Παράνομης κι αναρχικής γι’ αυτό πιο κοντά από κάθε ένστικτο στους πιο αρχέγονους νόμους της φύσης.

Κι αυτοί οι τοίχοι ήταν. Οι τοίχοι οι χτισμένοι με φωνές και μηνύματα. Οι γεμάτοι ανεκπλήρωτους, οι κοινωνοί άλλων εκπληρωμένων, οι φορείς των τόσων εξομολογήσεων, οι υποδοχείς των ασυγκράτητων παθών, οι φίλοι των πιο μοναχικών απελπισμένων, οι αγγελιαφόροι των τόσων “μου λείπεις” που γράφτηκαν πάνω τους με κόκκινο ή μαύρο όπως τα τόσα αναρχικά συνθήματα που κοσμούν το τσιμέντο τους προσπαθώντας να του δώσουν ένα νόημα για τις ψυχές που θα ενδιαφερθούν ν’ ακούσουν.

Κι εκείνα τα στενά ήταν. Τα ντυμένα με σκοτάδι και λαχτάρα. Τα καταφύγια που έγιναν μάρτυρες ερώτων κι ασυγκράτητων ενώσεων εκείνων που κανένα μέρος δεν τους επέτρεπε κάποτε να ζήσουν στα άκρα τη δική τους ιστορία. Όπως κι εκείνες οι είσοδοι των ανυποψίαστων πολυκατοικιών που στέγαζαν τα παράνομα, τα εφηβικά, τα πιο αναγκαία αγγίγματα που θα μπορούσε κορμί να νιώσει.

Κι εκείνες οι νυχτερινές βόλτες μ’ εσένα δίπλα μου να οδηγείς προς το όπου μας βγάλει ή προς τα μέρη εκείνα που κάπως κάπου κάποτε ακούσαμε ότι ήταν ιδανικά για την περίπτωσή μας.

Κι εκείνα τα παγκάκια ήταν. Περαστικοί μυριάδες, εκατοντάδες ζωές ξαποσταίνουν χωρίς να έχουν ιδέα για την υπερένταση της ένωσης δυο ανθρώπων που συμβολίζουν εκείνα τα παγκάκια. Μιας ένωσης πλατωνικής κι αναποφάσιστης μα το παράδοξο είναι πως τίποτε δε θέλησε περισσότερο τον εαυτό του από την ένωση εκείνη τελικά. Φοιτητές, ναρκομανείς, εθισμένοι, περαστικοί, περιστασιακοί, περιθωριακοί, απογοητευμένοι, απελπισμένοι, ξέγνοιαστοι, ανυποψίαστοι, ηλικιωμένοι, μωρά κι όμως κανένας τους δεν κατάφερε να σβήσει από εκεί τα δικά μας αποτυπώματα.

Θυμάσαι και που με έπαιρνες και φεύγαμε; Θυμάσαι που τίποτε δεν έμοιαζε ίδιο με όλα όσα παρόμοια υποτίθεται πως είχες κάνει ως τότε όταν ήσουν μαζί μου; Θυμάσαι πόσο ανεκδιήγητη υπήρξα είτε αποφάσιζα να μιλήσω είτε απλώς έμενα να σε κοιτάζω σκαλωμένη λες κι αντίκριζα το ίδιο το άπειρο; Θυμάσαι πως αυτό ονόμασες έρωτα όταν κατάλαβες εξαιτίας του πως τίποτε ως τότε δεν ήταν άξιο να ονομαστεί έτσι; Θυμάσαι; Ε, λοιπόν, μην ξεχάσεις ποτέ. Τουλάχιστον το ποτέ στις μνήμες μπορεί να ζητηθεί χωρίς να δεσμεύει σε μια πρακτική μονιμότητα.

Δεν υπάρχει τίποτε πιο μαζοχιστικά επώδυνο από το να θυμάσαι τέλη εποχών, τέλη ανθρώπων, τέλη συναισθημάτων ή να αναπολείς αρχές ενώσεων από εκείνες που θα ευχόσουν -κι ας μην έχεις προσδοκίες από κανέναν- να γινόταν να κρατήσουν, γαμώτο, για πάντα. Μετά ξυπνάς απ’ το στιγμιαίο παραλήρημα της έλξης και θυμάσαι πως τα “για πάντα” -των ανθρώπων ειδικά- σπάνια λένε αλήθειες.

Κάτι κόκκινα φώτα στη σειρά συμβολίζουν πια τους μήνες που πέρασαν χωρίς να περάσει μαζί τους ούτε μέρα που να μη σε σκεφτώ είτε σε έχω εδώ είτε όχι. Όσο ψηλότερα ανεβαίνω τόσο πιο βαριά κι άρρωστη σαν ανεκπλήρωτος έρωτας γίνεται η ανάσα μου. Κι ας μην είναι ανεκπλήρωτος. Κι ας το ξέρω. Ο πυρετός μου είσαι εσύ κι οι εικόνες που φτιάχνω μαζί σου, για σένα, εξαιτίας σου. Μέσα στα μάτια σου συνυπάρχουν η ζωή κι ο θάνατος. Δε θέλω με εσένα να θυμάμαι το τέλος. Μα όμως, είπαμε. Τα για πάντα των ανθρώπων σπανίως λένε αλήθεια. Από την άλλη, σκέφτομαι, λένε και κάτι άλλο: ¨ποτέ μη λες ποτέ”…