at a glance
Top

Μια βόλτα, στην πόλη, νύχτα

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου */* επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης

Λέγε με χάος να τελειώνουμε

Από μικρή είχα την τάση να φτιάχνω ιστορίες. Ιστορίες για τις ζωές των άλλων, ιστορίες  για μέρη και για καθετί ανεξερεύνητο. Κι όσο πιο λίγες πληροφορίες είχα για κάθε εικόνα που συναντούσα τόσο πιο έντονα κάλπαζε η φαντασία και οι αισθήσεις μου.

Μπορεί να είμαι ένας άνθρωπος  χαμένος στον δικό του κόσμο σε γενικές γραμμές, πράγμα που μου έχει βγάλει το όνομα της αγγελοκρουσμένης, όμως κάθε φορά που περπατάω μόνη μου στους δρόμους και τα σοκάκια αυτής της πόλης οι κεραίες των αισθήσεών μου είναι πάντα τεντωμένες. Ίσως να μην προσέξω καν σε ποιον δρόμο έχω βρεθεί και πώς, θα έχω εκλάβει όμως χίλια-δυο άλλα ερεθίσματα κι αυτά θα γίνουν απευθείας τροφή για νέες ιστορίες.

Παράθυρα με κουρτίνες ορθάνοιχτες, φώτα σε διάφορα χρώματα που διαμορφώνουν ατμόσφαιρες στο παράλληλο δικό μου ονειρικό σύμπαν, φωνές φοιτητοπαρεών από τα μπαλκόνια να μοιράζονται ευθαρσώς συναισθήματα με τους γείτονες μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, μουσικές που ξεχύνονται από ανοιχτά παντζούρια, φιγούρες που πηγαινοέρχονται πίσω από ημιδιάφανες κλειστές κουρτίνες, τηλεοράσεις που λειτουργούν ως φωτορυθμικά αλλάζοντας χρωματισμούς στους τοίχους του εκάστοτε διαμερίσματος, αρώματα και μυρωδιές που ανασταίνουν ακόμη και τις πιο απωθημένες αναμνήσεις.

Σε μια απλή βόλτα στην πόλη βράδυ, όταν ξυπνάει το μυστήριο και όλα υπονοούνται αγγίζοντας παράλληλα τις χορδές των ενστίκτων και της έξαλλης εξωτερίκευσης των πάντων μας, τότε ανακαλύπτεις τους βαθύτερους παλμούς της. Τότε αφουγκράζεσαι τις μύχιες επιθυμίες των ψυχών της που ξεγυμνώνονται μπροστά στα μάτια σου υπό την απειλή και την πολύτιμη συμβολή της φαντασίας σου που ξαφνικά τους θέλει όλους ερωτευμένους. Διαποτίζουν τον αέρα που αναπνέεις και εισέρχονται μέσα σου σαν ζωντανές εμπειρίες.

Μου βγήκε αυθόρμητα να δηλώσω, ας πούμε, πόσο τυχερή αισθάνομαι που προχώρησα στη ζωή μου έχοντας δίπλα μου τον ίδιο τον έρωτα ύστερα από τη σαδομαζοχιστική δική μας ιστορία. Μα δε χρειαζόταν μάλλον καν να το πω μιας κι αρκεί που τελικά με κατακλύζει. Και κάπως έτσι θα έβρισκαν ορισμένοι αμεπλοφιλόσοφοι ή μη ευκαιρία να ρωτήσουν γιατί άραγε σκαλίζω τα παλιά κι άντε να τους εξηγήσεις τι θα πει νοιάξιμο.

Όταν ένας άνθρωπος αποτελεί αυτό το γνωστό που λέμε “κεφάλαιο” στη ζωή σου τότε για πάντα θα συμβολίζει μια εποχή, κάποια έντονα συναισθήματα, πέντε ανεπανάληπτες στιγμές κι ίσως το πρόσωπό του να σου φέρνει στο μυαλό μια ιδέα, μια ατμόσφαιρα, ανεξήγητες αισθήσεις. Την ιδέα όσων κάποτε μοιραστήκατε ή σε έκανε να βιώσεις. Την ατμόσφαιρα που ανέπνεες μαζί με το αρωματικό τσιγάρο σου κάτι κλεφτές νύχτες σαν αυτή που πλησιάζει τώρα που πληκτρολογώ. Τις ανεξήγητες αισθήσεις ενός αμήχανου και διστακτικού αυτοαναιρούμενου ηφαιστείου που βαριανάσαινε στο στέρνο σου.

Κάθε μικρό παραθυράκι κι ένας καημός, κάθε σκοτεινό σοκάκι κι ένας απαγορευμένος πόθος, κάθε παγκάκι κι ένα φιλί. Κάθε πεζούλι και μια μπίρα στο χέρι για ένα ακόμη τσιγάρο μαζί σου.

Κι εγώ συνεχίζω να φαντάζομαι, να ταξιδεύω, φορώντας στ’ αυτιά μου ακουστικά και δημιουργώντας λίστες τραγουδιών για το soundtrack μιας άλλης επικείμενης ιστορίας. Μπορεί να έχω πετύχει κι εσένα στον δρόμο. Μπορεί κι εσύ να έγινες κάποια στιγμή πρωταγωνιστής στις παρανοϊκές μου σκέψεις. Μπορεί κάποια νύχτα να πέρασα κάτω από το δικό σου παράθυρο και να προσπάθησα να το φωτογραφίσω για να σου κάνω καντάδα κάποιο άλλο ξημέρωμα, όταν θα προσπαθώ με νύχια και με δόντια να καταπνίξω τη δική μου ανάγκη για έκφραση εκεί όπου δε με παίρνει πια. Μπορεί να σε έβαλα να χωρίσεις αν έτυχε και σε άκουσα να φωνάζεις στο τηλέφωνο περνώντας δίπλα μου, ή να θέλησα τόσο πολύ να έρθω εγώ δίπλα σου αν έτυχε και σε είδα να κάθεσαι σκεπτικό σε κάποιο σκαλί, να μοιραστούμε τους πόνους μας πριν ξαναχαθούμε άγνωστοι γαρ για πάντα μέσα στο πλήθος. Μπορεί να έβαλα κάποιον να σου λέει όλα όσα θα ήθελα να ακούσω εγώ από έναν άλλον συγκεκριμένο κάποιον και να έγινες ο καθρέφτης μου.

Μου αρέσει να φτιάχνω ιστορίες. Και τα βήματά μου κάθε φορά που απλώς θέλω να «φύγω» περπατώντας προς το οπουδήποτε, γίνονται σενάρια ταινιών μεσαίου μήκους. Με απότομα κατ, με στιγμές που κόβουν την ανάσα, με flashbacks που μπερδεύουν κάθε τέλος και με μια αρχή. Μια βόλτα στην πόλη νύχτα αρκεί. Κι αν είσαι σαν εμένα, ονειροπαρμένος και μονίμως φευγάτος, ίσως να κατάλαβες ήδη από τις πρώτες γραμμές για τι πράγμα μιλάω τελικά.