at a glance
Top

Μεγάλη, Μ.Πέμπτη

κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

Μια ιστορία μικρή

 Απρίλης!

Τα πορτοκάλια τέτοια εποχή είναι πιο νόστιμα από ποτέ. Φτάνουν στο απόγειο της γεύσης τους. Η σάρκα τους ερωτεύεται τόσο παράφορα -θαρρείς- τη φλούδα τους, που δύσκολα την απαρνιέται. Κολλάει με μανία πάνω της και η ένωση τούτη, σου βάζει εμπόδια.  Δυσκολεύεσαι τόσο να τα ξεχωρίσεις- αν γνώριζες τον πραγματικό τους δεσμό, ίσως ποτέ σου να μην έμπαινες σ’ αυτόν τον πειρασμό- που μοναχά με τα δόντια σου ,βίαια, τα καταφέρνεις. Γεύεσαι κι ιδρώνεις και γλυκά ζουμιά σου λούζουν το στόμα… Μέσα κι έξω. ‘Κείνα να στάζουν κι εσύ να τα ρουφάς και να γλείφεσαι.

 Μεγάλη Πέμπτη, ήταν η καλύτερη μέρα. Μόνο ‘κείνη τη μέρα δε θα τους έψαχνε κανείς μέχρι τα ξημερώματα. Είχαν το μεγαλύτερο άλλοθι, λοιπόν. Είχαν ξαναδοκιμάσει, πάλι όλοι μαζί, πέρσι την ίδια μέρα. Στο στόλισμα των Επιταφίων, από εκκλησιά σ’ εκκλησιά. Αν έπιασε μια φορά, γιατί να μην έπιανε ακόμη μία. Γιατί να μην έπιανε πάντα. Τα μεγάλα κόλπα, είχαν απλές λύσεις που απλά δεν τις σκέφτηκε κανείς, γιατί απλά ήσανε… απλά δομημένα. Έτσι τους είπε ο Γιωργής, ο πιο μεγάλος της παρέας. 

 Το δούλευαν στο μυαλό τους μήνες, ίσως κι από ‘κείνο το βράδυ, ή μάλλον εκείνο το πρωινό, κοντά στις πέντε αχάραγα ‘κόμα , που σκόρπισαν όξω από την Αγιά Παρασκευή και ξηλωθήκανε για λίγο… κλωστές ξέχωρες, με ίδιες αφετηρίες και κοινούς προορισμούς. Θα συναντιόντουσαν ξανά την επομένη, να ξαναπλέκανε το υφαντό τους. Το σχέδιό τους έπρεπε να γίνει μεθοδικά, δίχως βιασύνες και τσαπατσουλιές. Άξιζε να περιμένουν έναν ολόκληρο χρόνο, αν επρόκειτο να διακινδύνευαν μιαν αποτυχία. Υπομονή, συγκέντρωση και σχέδιο. Σχέδιο απαρέγκλιτο. 

Τί να τα τυράνναε όλα τους! Ποιες σκέψεις τρύπωσαν στο αθώο τους μυαλό… κι από πού να βρήκαν τρόπο να χωθούνε, τούτες οι σκέψεις… 

Σ’ ένα απόκομμα μιας παλιάς εφημερίδας διάβασε κάτι ο Γιωργής και του άρεσε πολύ.

Ο  ορισμός της θρησκείας, αναφέρεται ευθέως στην πίστη σε υπερφυσικές δυνάμεις και στην αντίστοιχη απόδοση λατρείας. Σε φιλοσοφικότερη γλώσσα, έγραφε, μια θρησκεία σχετίζεται με την Υπέρβαση, με ό,τι νοείται μεν, αλλά είναι απρόσιτο στη γνώση.

Όχι ότι κατάλαβε πολλά πολλά, μα ήταν μια καλή αρχή για να κάνει τα παιδιά στη γειτονιά να τον προσέξουν. Ήταν ο μεγαλύτερος. Αν τώρα, ήταν και κοινώς αποδεκτό ότι ήταν και ο σοφότερος, ε τότε, είχε ελπίδες να κάνει την Ανδρομάχη λιώμα από έρωτα. Όταν το ξεστόμισε, λοιπόν, -το είχε προβάρει ο έρμος τόσες φορές στο παρακέλι του σπιτιού του, για να του ’βγει φυσικά και άνετα- εννιά κεφάλια γύρισαν εκστασιασμένα. Το πιο όμορφο, της Ανδρομάχης. 

Εκείνο το βράδυ πρωτοειπώθηκε. Έξω από την εκκλησιά… στα παγκάκια που νύχτωναν τους ανοιξιάτικους ουρανούς τους, με θέα τον Άη Λιά. Τους εξήγησε όλους τους, ότι αυτό το υπερφυσικό, μπορούσαν να το τιθασέψουν, να το πάρουν με το μέρος τους και ν’ απαλύνουν κάθε τους βάρος. Κάθε τους έγνοια, κάθε τι που τους κράταε πίσω. Δεν μπορεί, είπε, όλοι θα έχετε μέσα σας έναν κρυφό πόθο, μιαν αμαρτία ή ένα μυστικό που να μη σας αφήνει τα βράδια να ηρεμήσετε. Αν καταφέρουμε και πάρουμε με το μέρος μας τον Θεό, όποιος κι αν είναι ετούτος, η μισή μάχη δόθηκε. Όμως θα πρέπει να πάμε εμείς σ΄ Αυτόν. Δεν έχει Εκείνος χρόνο για ταξίδια σ’ εμάς. Θα πάμε εμείς, σ΄ Εκείνον. Μόνο έτσι θα τον πείσουμε να μας βοηθήσει. Να μας λυτρώσει… 

Θα βρίσκανε τον τρόπο να πάνε εκεί. Φτάνει να θέλανε. Φτάνει να το παίρνανε απόφαση!

Τα λίγα δεύτερα σιωπής που ακολούθησαν, ήτανε μια αδιάφανη σταγόνα, μπρος στους καθάριους καταρράκτες που πήγασαν μπροστά από το παγκάκι τους και πήρανε σβάρνα- σα να ’τανε από πάντα έτοιμοι να γεννηθούν εκεί στα πόδια τους- κάθε βότσαλο και πέτρα, κάθε αφημένο άνθος πασχαλιάς, σταυρούς, καμπάνες, τρούλους, πλατάνια ολόκληρα του αιώνα ριζωμένα … και τα ΄στειλε στους ουρανούς. Όχι σε θάλασσες. Ακούς; Στους ουρανούς!

Ο καθένας ελευθέρωσε από μέσα του, δίχως αναστολές, τον μικρό εαυτό που έκρυβε, άλλες περίτεχνα άνετα κι άλλες κατάκοπα. Δεν παίρνανε σειρά. Ο Χρήστος, λίγους μήνες μόνο μικρότερος απ’ τον Γιωργή, τους εκμυστηρεύτηκε ότι οι γονείς του θα χωρίσουν. Ήδη μιλάνε με δικηγόρους. Ο Νικόλας, ο πιο μικρός από τ΄ αγόρια, είχε ακούσει τον μεγάλο του αδερφό να λέει πως ο μπαμπάς τους απολύθηκε από το εργοστάσιο όπου δούλευε. Η Μαριέττα, μόλις στα δέκα της και πιο μικρή απ’ όλους, δεν μπορούσε να διαχειριστεί το γεγονός πως πρόπερσι γκρέμισε μέσα στα νεύρα της- για λόγους που πια της διαφεύγουν- δυο χελιδονοφωλιές γιομάτες αυγά. Η Φιλιππίνα πάλι, έλεγε, μ’ ένα δάκρυ που λύσσαγε να κυλήσει, μα αμύνονταν από κακοτοπιές, πως χρόνια τώρα μεταλαβαίνει κάποιες Κυριακές, μα πάντα της φέρνει αηδία τούτο το ‘πράμα’ και το ξερνοβολά πίσω απ’ τη γλάστρα, ολόκληρο.

 Ο Σωτηράκης, που εδώ και δύο χρόνια μένει με τη γιαγιά και τον παππού του, γιατί οι δικοί του φύγανε για δεύτερη φορά τους για δουλειά στη Γερμανία, τους είπε πικραμένος πως ενώ τους αγαπάει τους γονείς του, συνάμα τους μισεί και θέλει να ποθάνουν.  Η Κατερίνα δήλωσε ηρωικά μπροστά σε όλους, ότι μέσα στο τεράστιο σουτιέν της κρύβεται μπόλικο βαμβάκι και διόλου στήθος… η Εύη, ότι ήταν η αυτή που από πέρσι σταύρωνε με μαύρη λαδομπογιά τις εξώπορτες από τις αυλές όλων των γειτόνων και λαχταρούσε το ντουνιά για το κακό που, δήθεν, θα ’ρχονταν! Από την άλλη, η Αλέκα, δίστασε αρχικά κι έπειτα ανασαίνοντας θάρρη, μίλησε για τ’ όνειρο που βλέπει κάθε βράδυ και την κάνει να τρέμει ολόκληρη. Πως καίγεται, λέει, μέσα σ’ ένα δάσος κι υποφέρει. Πως το κορμί της γίνεται νιφάδες χιονιού αντί για στάχτες. Πως διασκορπίζεται από τη γη προς τα ουράνια σε δισεκατομμύρια κρυστάλλινες νιφάδες χιονιού που όλο ανεβαίνουν, με πόνους φρικτούς για κάθε της μόριο που αποκολλάται. Και πως όσες φορές κι αν προσπάθησε να βγει από αυτόν τον εφιάλτη, το μόνο που κατάφερνε ήταν να ματώνει με τα νύχια της τα μέσα μέρη των μπουτιών της και πάντα να τις ξεφεύγουν κουβάδες κάτουρα στο στρώμα της. Κάθε νύχτα εδώ και χρόνια το ίδιο όνειρο, απαράμιλλα αναλλοίωτο.

 Είχαν γεμίσει δάκρυα ενοχής και φόβου τα πυρωμένα μάγουλά τους. Μα και μια αποφασιστικότητα  άρχισε να φωτίζει τα πρόσωπά τους. Τόση, που δεν αντιλήφθηκαν ότι από τη μια η Ανδρομάχη δεν έβγαλε λαλιά και από την άλλη ο Γιωργής, έστεκε  με το βλέμμα του χαμηλωμένο στη γη φανερά προβληματισμένος. Ή… επιτηδευμένα προβληματισμένος. Είχε πιάσει ένα ξερόκλαδο κι έφτιαχνε ατέρμονους κύκλους γύρω από ένα πεταμένο καπάκι γκαζόζας, στο χώμα. Ο Γιωργής περίμενε λίγο, ξερόβηξε ως δικαστικός, πήρε πόζα τριών τετάρτων απέναντι στην παρέα, γύρισε ελαφρά την κεφαλή του και απευθύνθηκε στην Ανδρομάχη ‘του’. 

‘’Κι εσύ, Ανδρομάχη; Εσύ, κουβέντα; Εσένα τίποτα δε σου τρώει τα μέσα σου; Τίποτα δεν απομυζά τα σωθικά σου;’’(αυτό το ‘απομυζά’ το είχε μάθει προσφάτως κι έδωσε μ’ αυτό μια μικρή κορύφωση στην όλη παράσταση, τονίζοντάς το)

Για να έρθει η αποστομωτική της απάντηση. 

‘’Εμένα το μόνο που μου τρώει την ψυχή, Γιωργή…’’ κι εκεί τον κοίταξε στα μάτια μέσα, τον διαπέρασε κι έπειτα ξαναγύρισε και του κάρφωσε αγχέμαχα, δύο δόρατα δίπλα απ’ το στέρνο, στο μέρος της καρδιάς του πάνω ακριβώς  ‘’…είναι η αγάπη κι ο έρωτας’’

Ένας ολόκληρος χρόνος κύλισε. Πάνω κάτω. Λέγανε και ξαναλέγανε τα ίδια και τα ίδια και ξαμολιόντουσαν στους δρόμους και στις γειτονιές, πάντα μαζί. Τσούρμο ολόκληρο… Και η παρέα και τα βαρίδιά τους. Οι εξελίξεις τρέχανε πάνω στις ράγες που τις άφησαν, πιο στέρεες από ποτέ. Ίσως μονάχα η υπόθεση της Κατερίνας να άλλαξε λίγο. Βλέπεις, τα στήθη της άρχισαν δειλά δειλά να πρήζονται και να μη χρειάζονται τόσα βαμβάκια μέσα, μα πώς να πάει κόντρα στο ρεύμα… γιατί να ξεχωρίζει… γιατί να διαφέρει; Ήταν μέλος της παρέας και τίποτα δε θα το εμπόδιζε αυτό. Πολλώ δε μάλλον, τα δυο μικρά βυζάκια της και μόνο!

Τόπος συνάντησης γνωστός. Η ώρα, η μέρα και τα εφόδια του καθενός προκαθορισμένα. Ο καιρός σύμμαχος, ‘’μ’ έναν αέρα που ΔΕΝ φύσαγε σα γύφτος’’,   μα σαν πέταγμα χελιδονιού μέσα σε νύχτα! Στάθηκαν πεισμωμένα δυο μέτρα πέρα απ’ το παγκάκι κρατημένα χέρι χέρι, με τα χείλη τους σφιγμένα, το μάτι να γυαλίζει αγριάδες παιδικές, τους ώμους ανεβασμένους στ’ αυτιά και την ψυχή τους να προτρέχει… 

Είχε περάσει τις δώδεκα. Κάθισαν στην πλαγιά, κρυφά από ξένο μάτι , ο ένας δίπλα στον άλλο. Ο Γιωργής σιμά στην Ανδρομάχη. Τι κι αν ποτέ του δεν τόλμησε να της πει κουβέντα για την αγάπη του. Τι κι αν δεν είπε λέξη σε κανέναν απ’ την παρέα για τον μεγάλο του πόθο. Όλοι γνώριζαν. Όλοι το ξέρανε και συμβιβάζονταν για χάρη του αρχηγού. Άναψε ο Γιωργής όλα τα καντηλέρια που έφερε μαζί του  και τα έστησε ολόγυρά τους . Άλλος έβγαλε από τις τσέπες του μαύρες σοκολάτες, άλλος πορτοκάλια, άλλος νερά. Αυτά όλα κι όλα! Ο καθένας έκανε μέσα του τη δική του προσευχή, είπε τα δικά του παράπονα κρυφά στους ουρανούς κι έχοντας τα μάτια τους κλειστά περίμεναν. Κι όλο περίμεναν τη θεϊκή ένωση… Ανά στιγμές, ακούγονταν να μασουλάει κάποιος κάτι… ή άλλες, το νερό που κυλούσε στα λαρύγγια τους. Οι παλάμες τους σφίγγανε η μια του αλλουνού…

 Οι φλόγες στα καντηλέρια κόπασαν πια. Που και που αφουγκράζονταν το σύρσιμο μιας σαύρας, την φωνή του γκιώνη πιο πέρα, το κάλεσμα μιας γάτας σερνικιάς.

Ο Γιωργής, απολάμβανε το άγγιγμα της Ανδρομάχης, την ανάσα της καθώς είχε γύρει ολόκληρη πάνω του και την ζεστασιά του κορμιού της. Ο ίδιος, έτσι θα έφτανε σ’ Εκείνον. Έτσι θα έπαιρνε το Θεό με το μέρος του. Αν είχε την Ανδρομάχη του για μια νύχτα μαζί του. 

 Οι υπόλοιποι μάλλον κοιμήθηκαν. Άβολα και τόσο βολεμένα ο ένας πάνω στον άλλο. Αφημένοι στους δείκτες που πιάσανε τέσσερις, στην παιδική τους κούραση και προδομένοι από την αθωότητά τους. Δε θα ‘πιανε ποτέ, των έρμων, απάγκιο η ψυχή.

 Τώρα ήταν η στιγμή, σκέφτηκε. Τα μάτια τους είχανε καλοσυνηθίσει το σκότος και διέκριναν πια τα πάντα! Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτί, αγκάλιασε δειλά την Ανδρομάχη του και της διάβασε ψιθυριστά μέσα στ’ αυτί της… Και γίνανε τα λόγια του μικρές σταγόνες μέλι. Να, τόσες δα!

‘’Τα μεσημέρια, αφήνω το μισό μου μαξιλάρι για ‘σένα

Σε ξαπλώνω όσο πιο κοντά μου

Μέσα στα χέρια μου, ίσως

Αφήνω τις αγάπες μου στα χείλη σου…

Άλλες πάλι, συνομιλώ με τον σβέρκο σου καθώς χτενίζω δάχτυλα στα μαλλιά σου και τα σηκώνω ψηλά

Κολλάω ολόκληρος το γυμνό μου κορμί πάνω σου βδέλλα

Το στήθος μου χαϊδεύει την πλάτη σου

Ανατριχιάζεις, μου λες

Και μ’ αγαπάς

Φιλώ τους ώμους σου. Φίλα με, λες…

Τώρα πια χορεύω μέσα στο σώμα και την ψυχή σου

Σ’ αγαπώ, αναστενάζω

Βουλιάζω στις ορμές σου, στις ορέξεις σου, στα κοινά τελειώματα

 

Τις νύχτες περιμένω τις προκλήσεις- προσκλήσεις σου

Τα πρωινά υποφέρω’’

… έπειτα, γίνανε οι δυο μαζί ,νυχτερινό  φιλί!

Και ήρθε και ξημέρωσε.

 Στο λόφο της Αγιά Παρασκευής, είχανε απομείνει μονάχα σκόρπια τα φλούδια από τα πορτοκάλια του Απρίλη. Με λίγη σάρκα πάνω τους… Τα πορτοκάλια τέτοια εποχή, είναι πιο νόστιμα από ποτέ. Φτάνουν στο απόγειό τους!

Στο λόφο της Αγιά Παρασκευής, εκτός από τα φλούδια των πορτοκαλιών, είχε απομείνει-κι ακόμη θα σουλατσάρει, χρόνια έπειτα- μι’ αγάπη παιδική μ’ άρωμα μαύρης σοκολάτας. Και η μελωδία αλύτρωτων ζωών..

Ένας Γιωργής εγώ… κι εσύ, μια Ανδρομάχη.