at a glance
Top

Λάθος

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου  */* επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης

Λέγε με χάος να τελειώνουμε

Λάθος. Κάτι πάει λάθος. Μ’ εμένα.

Και τι είναι λάθος, θα μου πεις.

Είναι αυτό που στην ηρεμία δε βρίσκεις ησυχία. Που δε χωράς πουθενά και περισσεύεις παντού όταν ταυτόχρονα μικρός νιώθεις και δεν ξέρεις γιατί ρε γαμώτο, αφού δεν είσαι και το ξέρεις. Και τι είσαι; Αυτό άραγε το ξέρεις;

Λάθος. Η αυτοκαταστροφή. Αυτή, ναι, είναι λάθος. Δεν είναι; Να μην μπορείς να ταξιδέψεις με τον καιρό πρίμα, να σαλπάρεις φορτσάτος μόλις δεις φουρτούνα κι αντάρα κι όταν η θάλασσα είναι λάδι εσύ να προκαλείς τον Ποσειδώνα με ύβρεις μπας και ξεσηκώσει κύματα θεριά ώστε να μη βαριέσαι.

Όπου ο δρόμος έχει λακκούβες εσύ πέφτεις μέσα με μηχανή καινούργια, χιλιάρα, με φουλ γκάζια και ηλιθιωδώς χωρίς κράνος θαρρείς και θες να παίξεις με τη μοίρα σου ένα απ’ τα πιο παρανοϊκά παιχνίδια. Κι ας μην έχεις μετά δικαίωμα να παραπονιέσαι επειδή, λέει, πήγες και σκοτώθηκες. Αυτή είναι η ζωή σου. Αχάριστος μέχρι τιμωρίας ή ανήσυχος μέχρι βλακείας; Τι να σε νοιάξει, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Καταστροφή. Πληγώνεις ό,τι περισσότερο αγαπάς και χαρακώνεσαι για να ηδονιστείς με το ίδιο σου το αίμα που τρέχει αβέρτα.

Παλεύεις με το κτήνος μέσα σου ή τουλάχιστον έτσι ισχυρίζεσαι όταν ξεριζώνεις την καρδιά σου θυσία στο υπερτροφικό σου Εγώ. Έτσι κάνουν οι νάρκισσοι. Κι εσύ είσαι ένας από αυτούς, το ξέρεις, κι ό,τι σε φτιάχνει σε χαλάει και το αντίστροφο. Εκτελείς εν ψυχρώ όσα μπαίνουν στον δρόμο σου με σιγαστήρα κι ένα αγγελικό χαμόγελο ικανό να πείσει κάθε αυτόπτη μάρτυρα ότι δολοφόνος δεν ήσουν εσύ αλλά το θύμα σου που κείτεται στα πόδια σου μέσα στα δικά του αίματα και τις δικές σου τύψεις.

Μ’ αυτές, ναι, παλεύεις. Σωματοποιούνται σε ταχυπαλμίες ικανές να σε κρατήσουν ξάγρυπνο τις νύχτες με μάτια να καίνε κόκκινα μπροστά σε φανταστικούς καθρέφτες που ουρλιάζουν ισχυριζόμενες πως είσαι κοινωνιοπαθής. Κοινωνιοπαθής, εσύ; Αφού αγαπάς. Τι κι αν δεν ξέρεις πώς να κρατήσεις κοντά σου όσα αγαπάς, τι κι αν κάνεις τα πάντα για να τα διώξεις κι ας σπαράζεις μόνος σου μετά; Κοινωνιοπαθής δεν είσαι. Προβληματικός είσαι.

Είσαι, το παραδέχεσαι. Κι ελπίζεις αυτό να σταθεί ελαφρυντικό για την παράνοια σου. Ελπίζεις η ειλικρίνειά σου όσον αφορά το ποιόν σου να μετριάσει λιγάκι την απύθμενα προβληματική κι αυτάρεσκη φύση σου μα δεν πάει έτσι. Ερωτευμένος με την ταραχή αποζητάς μια ευτυχία στα συντρίμμια, πώς έχεις τέτοια απαίτηση ούτε ο ίδιος δεν μπορείς να καταλάβεις.

Μισείς να αγαπάς τον εαυτό σου, πότε έγινες έτσι εσύ; Δεν ξέρεις πότε σε φτύνεις από θαυμασμό ή από απέχθεια. Τι είναι μέσα σου αληθινό; Είσαι όλα αυτά ή τίποτε; Σε νοιάζει ή το παίζεις; Και γι’ αυτά που σε νοιάζει; Γιατί αυτά τα παίζεις στη ρώσικη ρουλέτα, γιατί, γιατί γιατί γιατί…; Γιατί εις το άπειρο, απάντα αν είσαι μάγκας τελικά. Ποιο είναι το πρόβλημα σου; Ή μήπως βολεύτηκες σε αυτό αφού ως τώρα «πιάνει»;

Πώς χωράς μέσα στον κόσμο όταν δε θέλεις να ‘χεις θέση σε αυτόν αλλά γουστάρεις να τον βλέπεις να σε γουστάρει τόσο; Θ’ αλλάξεις; Έλα μωρέ…μιας και είσαι κι αναβλητικός κάνε το κι αυτό αύριο. Δε χάλασε κι ο κόσμος. Στην τελική ακόμη μετράς. Όχι;

«Είναι κάτι το ωραίο η ευχαρίστηση, η απουσία του πόνου, οι καλές και ήσυχες μέρες, όπου ούτε επιθυμία τολμά να ταράξει τη γαλήνη, όπου τα πάντα γίνονται ψιθυριστά και στις μύτες των ποδιών. Με μένα όμως συμβαίνει το λυπηρό πως δεν μπορώ να υποφέρω αυτή την ευχαρίστηση, πως σύντομα γίνεται για μένα ανυπόφορα μισητή και αηδιαστική κι εγώ γεμάτος απελπισία προσπαθώ να καταφύγω αλλού, όσο είναι δυνατό στις επιθυμίες μου και κατανάγκη στο δρόμου του πόνου. Όταν για μια στιγμή, χωρίς επιθυμίες και πόνους, γεύομαι τις αηδείς και ανιαρές αυτές καλές ημέρες, τότε στην παιδική μου ψυχή απλώνεται σαν άνεμος τόση λύπη και αθλιότητα, ώστε πετώ έξω σαν σκουριασμένα όλα τα όργανα της ευγνωμοσύνης μου, πάνω στο ευχαριστημένο πρόσωπο του ανιαρού αυτού θεού της ευχαρίστησης, και δέχομαι με χαρά ένα διαβολικό πόνο, που ανάβει μέσα μου, παρά τη συνηθισμένη και ωφέλιμη αυτή ατμόσφαιρα του σπιτιού. Μέσα μου φουντώνει μια άγρια επιθυμία για δυνατά αισθήματα και εντυπώσεις, μια λύσσα εναντίον της άτονης, πλαδαρής, «κανονικής» και στείρας ζωής, και μια ακατανίκητη επιθυμία, κάτι να καταστρέψω […] ή τον ίδιο τον εαυτό μου […]»

-Έρμαν Έσσε, Ο λύκος της Στέπας