at a glance
Top

κι ο ήλιος να γνέφει τις πόρτες με ασβέστη

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | λευτέρης τσότσος */* επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης

στην Κύθνο

Το «σ΄αγαπώ» στο καλοκαίρι έχει μόνο γαλάζιο και άσπρο. Αχ…διακοπές στη Κύθνο είναι η έξοδος κινδύνου που δεν είχες διανοηθεί. Ο προορισμός της απόλυτης χαλάρωσης, της μέγιστης δοτικότητας στη θάλασσα, στο απλό και τη μελωδία του αγέρα. 

Στο Γαλατά, εκεί στην Αγία Άννα και στον Άγιο Μηνά. Να ανάβεις κεράκι και να αισθάνεσαι την ευλογία του ελληνικού καλοκαιριού. Μάλωνα με το κορίτσι μου, όλη την άνοιξη. Εκείνη ήθελε Σέριφο, εγώ ήθελα Τζια. Και έτσι για να μην κερδίσει κανένας που θα γίνει το δικό του (και ποιος θα άκουγε τον άλλον;) αποφασίσαμε με «δημοκρατικές» διαδικασίες να πάμε κάπου στη μέση. Κυκλάδες, που όπως τις φανταζόσουν, από κοντά είναι καλύτερες. 

Εκεί και τα περίφημα λουτρά που έκαναν η βασίλισσα Αμαλία και ο βασιλιάς Όθωνας. «Μπαρμπα-Γιώργη, αγόρι μου, στο σωστό μέρος σε έφερα, γεράκο μου», να με πειράζει εκείνη και να φουντώνω πιο κόκκινος κι από τη πλάτη μου τη ξεχασμένη στο παρθένο το κολύμπι. Μισές μέρες στη  Χώρα, μισές στη Δρυοπίδα την βγάλαμε. Και δεν θέλαμε να φύγουμε. Το πρωί κατέβαινα να πιω το καφέ μου, το τσιγαράκι μου, να παίζει το ραδιοφωνάκι Μάλαμα και εγώ να μη θέλω να κλείσω τα μάτια ούτε millisecond από ευτυχία. Βόλταρα στα στενάκια, έπεσα πάνω στην ογδοντάρα κυρα-Μάχη με το μέλι παραγωγής της, μου έκανε δώρο και σύκο γλυκό-«εδώ έχουμε τα καλύτερα σύκα» μου είπε και μου ΄κλεισε το μάτι!

Γαλήνη, Σιωπή και μόνο τζιτζίκια, αγέρας και κύμα από μακριά. Ώσπου, η Μαρίνα από το γκρουπ έρχεται και μου λέει για την Παναγία στη Κανάλα, εικόνα που ανακάλυψαν ψαράδες στο βυθό της θάλασσας κι ονόμασαν έτσι την περιοχή στη Κύθνο. Σαν του Νίκου Γκάτσου η αναφορά…

«Παράγγειλα του κύρη σου που πίνει τον καφέ του
να σ’ έχει μαντζουράνα του, να σ’ έχει κατιφέ του.
Παράγγειλα της μάνας σου που πλένει στο σκαφίδι
να μη σου λέει πικρόλογα τι θα τη φάει το φίδι.
Να δώσει η Μεγαλόχαρη κι η Παναγιά η Κανάλα
να μεγαλώσεις γρήγορα σαν τα κορίτσια τ άλλα»…

Και μετά με παίρνει ο Λευτέρης ο άρχοντας, Σαλονικιός μέσα από το γκρουπ που πήγαμε εκδρομή με το ταξιδιωτικό,  και μου λέει «φίλε, αφήνουμε τις γυναίκες να βολτάρουν και πάμε παρέα στο σπήλαια στη Δρυοπίδα, στο Καταφύκι». Υπήρξε καταφύγιο των κατοίκων στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σπηλιά-δροσιά και ιστορία. Ένα μικρό νησί με τόσες «καταπακτές».

Αράξαμε ένα άλλο απόγευμα στην Αγία Ειρήνη της Κύθνου. Και ο ήλιος να γέρνει και ανάψανε τα κεράκια  δίπλα στη προκυμαία, και αρχίσαν να έρχονται τα καλοψημένα μαγειρευτά και τα χειροποίητα σιροπιαστά. Μάνα μου, ήταν θεσπέσιο ηλιοβασίλεμα. Και πορτοκαλί και χρυσαφί κι ο χρόνος να έχει σταματήσει και μπρος να μην πηγαίνει.

 
«Ερή, Ερήνη,  πού ‘σουν το πρωί,
 πού ‘σουν το μεσημέρι πού,
πού ‘σουν το λιοβασίλεμα
νεράντζο νεράντζο νε,
ράντζοφιλημένη νε,
Τούτα θα σου πω Ερήνη,
και η Παναγιά ας με κρίνει». 

Να με παίρνουν τα παιδιά να πάω να τους βρω και να χάνομαι στα σοκάκια μαζί με το Λευτέρη και να γελάμε. Κι όταν τους βρήκαμε, έτοιμο το πρόγραμμα, γι αύριο. Βρυόκαστρο, η αρχαία Κύθνος, αφιερωμένη στη θεά Δήμητρα. Και η κοπέλα μουνα  με τραβολογά στο μεσαιωνικό κάστρο της Ωριάς, στην Κεραλεούσα και στις εκκλησιές της Αγίας Τριάδας με τις φθαρμένες από το χρόνο τοιχογραφίες. Μπλε, άσπρο και Ιστορία. Να περπατώ ατέλειωτες ώρες στο λιμανάκι και πάλι στα σοκάκια. Γνώρισα και πολλούς ντόπιους…τον Μανώλη το ζωγράφο-του είπα ότι είμαι από τη Θεσσαλονίκη και τρελάθηκε. Άρχισε να μου μιλάει για τα φοιτητικά του χρόνια στη πόλη και μετά άρχισε να μου λέει για τη Κύθνο-πόσο εξίσου όμορφη είναι το χειμώνα. Άγρια στον αγέρα και γοητευτική στη σκοτεινιά του μικρονήσου. «Να πάρεις τα βιβλία σου, το σκύλο σου, για μία εβδομάδα και θα περάσεις χάρμα. Κοπέλα να μην φέρεις και να πετάξεις πέρα το wifi. Όπως και τώρα. Γίνε ναυαγός της ζωής σου και κάνε το νησί δικό σου. Θα σου ανοίξει σκαλοπατάκια και δρομάκια που δεν φαντάζεσαι». 

 

«Κανείς δε θα μάθει ποτέ με πόσες αγρυπνίες συντήρησα τη ζωή μου, γιατί έπρεπε να προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ την καταχθόνια δύναμη, που κρατούσε αυτήν την αδιατάρακτη τάξη, φυσικά, όπως ήμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες με κούραζαν, προτιμούσα, λοιπόν, πλαγιασμένος να βλέπω κρυμμένο το μυστικό που φθείρουμε ζώντας, και πώς θα επιστρέψουμε με άδεια χέρια
……και συχνά αναρωτιόμουν, πόσοι να υπάρχουν, αλήθεια, στο σπίτι, καμιά φορά, μάλιστα, μετρούσα τα γάντια τους για να το εξακριβώσω, μα ήξερα πως ήταν κι οι άλλοι, που πονούσαν με γυμνά χέρια, άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι που δεν ξανάφευγαν, κι ας μην τους έβλεπα, έβλεπα, όμως, τους αμαξάδες τους που γερνούσαν και πέθαιναν έξω στο δρόμο,
……ώσπου βράδιαζε σιγά σιγά, κι ακουγόταν η άρπα, που ίσως, βέβαια, και να μην ήταν άρπα, αλλά η αθάνατη αυτή θλίψη που συνοδεύει τους θνητούς». 

Γυμνά Χέρια. Τάσος Λειβαδίτης. 

Μισή ζωή από τις διακοπές άφησα στο λιμάνι του Μέριχα. Με τις ώρες μόνος, με έψαχνε η κοπέλα μου, έχασα και το σελιδοδείκτη στο βιβλίο, τέλειωσαν και τα φιλτράκια. Και το βράδυ κοκτέηλ και η γνωστή μουρμούρα «πως την κοιτούσες την απέναντι, μη νομίζεις ότι δεν σε βλέπω»…κι εγώ πάλι να κάνω νόημα στο Λευτέρη να έρθει με τη παρέα του κοντά μας, στο μαγαζί, να αλλάξει η κουβέντα. Κι ο ήλιος να μεθάει με κρασί και να αργεί να δύσει στη Κύθνο. Λες και τον παραπλανά τον ήλιο, το ελληνικό καλοκαίρι και τον θέλει στο κρεβάτι του, αγάπη δεμένη να λαμποκοπά. Και βγαίνουν ένα πρωί όπως μου τα πρήζει το κορίτσι μου, ακόμη και στη Κύθνο, της Αγίας Μαρίνας, μια παρέα από τριαντάχρονους με τσαμπούνες, βιολιά και λάουτα (ζυγιά όπως τα λένε και τα δύο μαζί στη Κύθνο). Κι άξαφνα πριν πάμε για μπάνιο-καθότι το κύμα είναι μεγάλο και βαθύ κι η άλλη γκρινιάζει, αρχίζουμε να πίνουμε ουζάκια και να χορεύουμε. 

Αφού πρώτα ήχησαν τα τραγούδια «της τάβλας». Και να ΄σου μπάλος, και καρσιλαμάς, συρτός ως και καλαματιανός για την κοπέλα μου, που δεν ξέρει να πάρει τα πόδια της. Πού ΄σαι, Μανταλένα, με την τσαμπούνα να μας νιώσεις και να μας καμαρώσεις….

 

«Μικρό μου την αγάπη σου, πέσμου τί να την κάνω, 

να την κρατήσω δεν μπορώ, να την αφήσω χάνω. 

Να την πετάξω πουλί μου στο γυαλό τα ψάρια θα τη βρούνε».

 

 «Η Παναγιά η Φλαμουριανή κι η Παναγιά η Κανάλα και η Στρατηλάτισσα η κυρά,τρεις αδερφές, και ζούσανε με τη μεγάλη αγάπη, τρεις αδερφές, και μια καρδιά.Μα ο χωρισμός είναι κακός και το έχε γεια φαρμάκι·και για να ζουν πάντα μαζί, τις εκκλησιές τους χτίσανε τρεις αδερφές και κείνες, κοντά κοντά, καρσί καρσί.»                                                                            
        Κωστής Παλαμάς, «Οι τρεις αδελφές»

Καρπούζι με ψωμί και τυρί, να το τρως όλο στη καθισιά και το αεράκι το κυκλαδίτικο να σου ανασαίνει τα πιο βαθιά σου σκοτάδια. Τα βράδια, λες και αγαπούσα περισσότερο το κορίτσι μου…σα να ομόρφαινε ο κόσμος περισσότερο, τα κυθνιώτικα μου βράδια.
«Μόλις ηχήσει στ” αφτιά μου η λέξη Θερμιά ή Κύθνος, ο νους μου αμέσως ξεκινάει να ξετυλίγει το μεγάλο βιβλίο του νησιού με τους χορευτές της. Ο αγέρινος χορός – αυτή η φαντασμαγορική οπτασία. Μόλις θυμηθώ τα Θερμιά μου “ρχεται αμέσως στο νου ο χορός των Συλλακωτών. Η απόλυτη εναρμόνιση κινήσεων και μουσικής». Μανώλης ΓλέζοςΚαι παίρνω τα παιδιά με τα όργανα κι ένα βράδυ, όπως τρώμε όλοι παρέα, στη ταβέρνα του Μιχάλη, αρχίζω να της τραγουδώ και να ΄σου και το happy birthday γιατί το κορίτσι μου είχε γενέθλια!
Σγουρέ βασιλικέ μου,
με φύλλα πράσινα αμάν αμάν και πάλι αμάν.
Ποθώ τον έρωτά σου,
κι ας έχει βάσανα αμάν αμάν και πάλι αμάν.

Ο θάνατος είναι σκληρός μα είναι κι ευτυχία,
που ησυχάζει το κορμί από την τυρρανία.

«Εσύ με βασανίζεις,
μα τι μπορώ να πω αμάν αμάν και πάλι αμάν.
Όλα τα υποφέρω,
γιατί σε αγαπώ αμάν αμάν και πάλι αμάν.

Το παραδέχονται οι Σιφνιοί Σερφιώτες και Αξιώτες,
πιο μεραλήδες βρίσκονται από όλους οι Θερμιώτες.
Εσύ μ’ αυτή τη γνώμη,
κι εγώ μ’ αυτό το νου αμάν αμάν και πάλι αμάν.
Να δούμε ποιος θα πέσει,
μενέτι τ’ άλλουνου αμάν αμάν και πάλι αμάν.
Δε φταις εσύ πουλάκι μου εγώ που να μη σώσω,
που δεν ετόλμησα ποτές απάνω σου ν’ απλώσω.
Να κερδίσεις την αγάπη πρέπει να ‘χεις ‘πεμονή,
να σε μπήζουνε τα αγκάθια και να λες πως δε πονείς.
Τρεις ώρες τα μεσάνυχτα πριν βασιλέψουν τ’ άστρα,
μας κλέψαν το βασιλικό μέσ’ από την γλάστρα».

 

παραδοσιακό της Κύθνου 

Αχ, δεν τελειώνει αυτό το νησί. Να βουτάω στα κύματα, να τρέχω στο βυθό, να βουτάω στο απόλυτο της θαλάσσιας φύσης και να αφήνω το «γλέντι» στον αφρό. Κοχύλια, πέτρες σαν πετράδια, αχ αχ…εδώ θέλω να μείνω. Κι ο κυρ-Μανώλης τα πρωινά με τη βάρκα του, να με παρακαλά να πάμε παρέα ένα βράδυ για ψάρεμα κι εγώ να λουφάω…Νύχτες που τα καράβια καθρεφτίζονται στο νερό και ντουέτο λες και σμίγουν στου ορίζοντα το θαλασσί. Κι εκείνο το αξέχαστο μπάνιο στη παραλία Κολώνα. Από το δύσβατο δρόμο, σε μια αμμουδια΄ «βασίλισσα» να συνδέει εκατέρωθεν νερό και γη. Η Κύθνος είναι μια προσευχή σου στο δειλινό, σαν ευχαριστώ γι αυτό που ζεις. Και μια ευχή, για ένα σπίτι στον Άγιο Κωνσταντίνο, να βλέπεις την Κανάλα και πίσω τα Λουτρά.