at a glance
Top

Κι αν…;

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου

Λέγε με χάος να τελειώνουμε

Είναι κι αυτό το παράθυρο καρφωμένο, έτσι, στον τοίχο σαν κάδρο που κάνει τον χρόνο να μοιάζει ανάμνηση. Να, λες κι έχει παγώσει η στιγμή σ’ εκείνη τη μέρα που είχε ήλιο κι έμοιαζε η γειτονιά με νησί ή σ’ εκείνη την άλλη που γκρίζαρε ο ουρανός πριν γεμίσει το τζάμι σταγόνες σταγόνες σαν λόγια ανείπωτα ατάκτως ερριμμένα. Μ’ αρέσει πού και πού να χαζεύω τη γειτονιά κι ας είναι οι πολυκατοικίες στοιβαγμένες, παμπάλαιες κι απεριποίητες. Είναι η όμορφη ασχήμια του αστικού τοπίου που ευελπιστεί να αποτελέσει την επόμενη urban λήψη κάποιου μποέμ street photographer καθώς αυτός θα έχει βγει παγανιά να κυνηγήσει αισθήσεις. Οι φωτογράφοι δρόμου μου θύμιζαν μικρή τους κυνηγούς των pokemon. Έβγαιναν πάντα γεμάτοι λαχτάρα για νέες περιπέτειες κι αιχμαλώτιζαν τις σωστές στιγμές στα σωστά μέρη μέσα σε ένα τόσο δα μαραφέτι. Έκλειναν εκεί μέσα όλα εκείνα που σε κάνουν να αναρωτιέσαι για το πώς ένα στιγμιαίο κλικ κατάφερε να προλάβει μια ολόκληρη ιστορία.

Έτσι κι αυτές οι πολυκατοικίες. Με ένα σωστό κλικ, αυτό του κλειδιού που ξεκλειδώνει μια πόρτα, θα μπορούσες να έρθεις αντιμέτωπος με ένα σωρό ιστορίες. Ποιος ξέρει ποιες από αυτές θα μιλούσαν για ανθρώπους που έγιναν οι ίδιοι το σπίτι κάποιου ή για φυλακές. Η κάθε στέγη, βλέπεις, ποτίζει με τις αύρες των ανθρώπων της. Αν είναι καταφύγιο, μπουντρούμι, φωλιά, «παλάτι», ατελιέ, ησυχαστήριο ή κολαστήριο δε θα το καθορίσουν οι τοίχοι αλλά τα τείχη των ψυχών που κατοικούν από κάτω της.

 

Θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα πείραμα. Να καθίσει ο καθένας μας να σκεφτεί πώς θα ήταν αν έπρεπε να μείνει σπίτι του κλεισμένος επ’ αόριστον κι ύστερα να παραδεχτούμε στον εαυτό μας τι από όλα τα παραπάνω θα ήταν αυτό για εμάς. Ας μας σκεφτούμε πρωταγωνιστές σε μια ταινία, λέει, από αυτές με τα σενάρια φαντασίας όπου μια αόρατη ή και ορατή απειλή θα είχε υποχρεώσει τους κατοίκους αυτού του πλανήτη σε κατ’ οίκον περιορισμό. Θα ήμασταν μόνοι ή με παρέα; Θα μοιραζόμασταν μια αγκαλιά κι ένα έστω κι έγκλειστο πάθος ή θα επιδιώκαμε την επαφή μέσα από τις οθόνες; Θα νιώθαμε καλά με τον εαυτό μας κι άλλους πέντε ή θα αισθανόμασταν μαζί τους πιο μόνοι από ποτέ; Θα μας έλειπε κάποιος; Θα λείπαμε σε κάποιον εμείς;

 

Εγώ κάθισα και το σκέφτηκα πολύ τον τελευταίο καιρό, έτσι, χωρίς λόγο, μέχρι που πλέον είναι λες και το βιώνω όλο αυτό στ’ αλήθεια. Κλείστηκα μέσα εγώ, κλείστηκε μέσα η γειτονιά, η πόλη, η χώρα, ο πλανήτης ολόκληρος. Τι, δε με πιστεύεις; Κοίτα έξω και φαντάσου τους δρόμους έρημους, τους λιγοστούς περαστικούς σαν ζόμπι με ψώνια στα χέρια, δες πιο κει δυο-τρεις με φόρμα να τρέχουν μηχανικά καταπολεμώντας την καθιστική ζωή και τους δαίμονές τους, δες κι εσένα πίσω από την μπαλκονόπορτα, άκου φωνές από μεγάφωνα να περιμαζεύουν τους και καλά απείθαρχους  και πες μου, πώς νιώθεις;

 

Μέσα από αυτή τη σκέψη, που λες, φοβήθηκα πως αν δε σε είχα θα γινόμουν δαίμονας εγώ. Μετά φοβήθηκα πως τώρα που σε έχω σε έναν τέτοιον εγκλεισμό θα με βαριόσουν. Θα είχες να κάνεις μαζί μου κάθε γαμημένη μέρα, σχεδόν 24 επί 7 εκτός από εκείνες τις μέρες που θα δούλευες πλέον σπαστά για να μειώσεις τις πιθανότητες να σε βρει το κακό. Μετά σκέφτηκα πως σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να δοκιμαστεί το μαζί ακόμη περισσότερο. Αν έτρωγες στη μούρη κάθε σπιθαμή της ελαττωματικής μου φύσης κι εγώ της δικής σου θα καταλαβαίναμε αν αγαπιόμαστε από κεκτημένη ταχύτητα ή για τους εαυτούς μας. Αν καυλώναμε ως τώρα για όλα εκείνα που κρατούσαμε ως ιδέες στο μυαλό μας ή με τα κουτσά μας και τα στραβά μας εξίσου.

 

Να, κοίτα με, σήμερα βαρέθηκα να λούσω τα μαλλιά μου αφού δεν πρόκειται να βγούμε και κυκλοφορώ σαν την τρελή με τις πιτζάμες από τον καναπέ, στην κουζίνα, μετά στην αγκαλιά σου και τούμπαλιν. Χτες, εκεί που έπλενα τα δόντια μου έπεσε και λίγη οδοντόκρεμα στην μπλούζα μου κι ακόμη να φύγει ο λεκές. Με θες κι έτσι; Με θες με τα άλουστα μαλλιά της έγκλειστης τρελής και τον λεκέ στην μπλούζα; Δεν είναι ότι ο εαυτός μου αξίζει σε σένα έτσι, σαν παρτάλι που φυτοζωεί. Απλώς είναι κι εκείνες οι στιγμές που απλώς βαριέσαι, βαριέσαι και θες να παραμείνεις ο έρωτας κάποιου ακόμη κι έτσι, μέσα στη βαρεμάρα που σε δέρνει πριν αναγεννηθείς. Για πες.

Εκεί που τα σκεφτόμουν όλα αυτά με τον λεκέ πάντα στην μπλούζα να μου θυμίσει πόσο αδέξια μπορώ να γίνω ένιωσα τα χέρια σου γύρω μου. Τι ρομαντικό, σίγουρα ζω σε ταινία, είπα από μέσα μου. Μέσα σε αυτά τα χέρια δε θα με πείραζε κανένας εγκλεισμός. Μόνο που εκείνον θα τον επέλεγα και δε θα μου τον είχε επιβάλει κανείς ορατός, αόρατος, αληθινός ή παραπλανητικός εχθρός. Και δε θα ήταν εγκλεισμός αλλά γαλήνη κι αναταραχή μαζί. Μαζί σου. Θα ήταν, αλήθεια σέξι μια τέτοια καραντίνα, δε νομίζεις; Να μη χορταίνεις τον άλλον, να μη θες να δεις κανέναν, να μη θες να ξεκολλήσεις από πάνω του. Μόνο αυτές οι καραντίνες μετράνε.

Κι είναι κι αυτό το παράθυρο με τα τόσα άλλα παράθυρα μέσα του, σαν καλειδοσκόπιο από ζωές γνωστών κι αγνώστων. Πόσοι είναι μαζί, πόσοι χώρια, πόσοι μοιράζονται τον αδέξιο εαυτό τους, πόσοι τον χαραμίζουν, πόσοι τον αγαπούν και πόσοι δεν τον αντέχουν;

“Αν δεν είχα κι εσένα…”, είπα. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω τι θα έκανα. Με αγαπάω αλλά δεν με αντέχω πάντα, σκέτη αντίφαση.

“Σήκω. Φόρα τη διαστημική σου μάσκα και πάμε να πάρουμε μπίρες, λαχανικά και καμιά μερέντα. Μετά σου υπόσχομαι ότι θα τρελαθούμε στους κοιλιακούς μωρό μου. Στο τσακίρ κέφι θα σε βγάλω έξω και για τρέξιμο μόνο που σήμερα λέω να το παίξω επαναστάτης και να μην ενημερώσω το κράτος. Πάμε;”

“Το κράτος παρακράτησε”, μου είπες και μου έκλεισες το μάτι. Ρε λες να μην τα φαντάστηκα τελικά όλα αυτά;

Λες;