at a glance
Top

Κατερίνα Ευαγγελάτου

κι άγγιξε αλήθεια, δίχως να φιμώσει την καρδιά

συνέντευξη | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

«Όταν θα έχει τελειώσει το σεμινάριο που κάνω για νέους ηθοποιούς, στην Δραματική Σχολή «Δήλος», στην οδό Ελευσινίων, θα είμαι ευτυχισμένη, μετά από τριάντα ώρες μαζί τους, αν τυχόν έχω καταφέρει να τους μεταδώσω κάποια ερεθίσματα και νέους τρόπους να μελετούν τα μεγάλα κείμενα. Μακάρι να τους ανοίξω κάποιες «πόρτες», έτσι ώστε μόνοι τους να ερευνούν με έναν διαφορετικό τρόπο. Να έχω μπορέσει να τους δώσω κάποιες βασικές κατευθύνσεις στο πώς χειριζόμαστε το λόγο και πώς τοποθετούμε την προσωπικότητά μας μέσα σε ένα κείμενο. Έχω αγωνία γι’ αυτό το σεμινάριο και τους ανθρώπους που-προσωπικά-δεν τους γνωρίζω και θα εργαστούμε μαζί. Έχω «δουλειά» μαζί τους-να φτιάξουμε γοργά διαύλους επικοινωνίας. Η ευχή μου είναι τα παιδιά να πούνε ότι κάτι περισσότερο κατάλαβαν. Ξέρεις… οι νέοι ηθοποιοί δεν θέλω να φοβούνται». Η Κατερίνα Ευαγγελάτου στο rejected.

Είναι όπλο οι λέξεις

rejected: Πόση δύναμη έχουν οι λέξεις;

Κ.Ε.: Είναι όπλο οι λέξεις. Από μικρή είχα έρωτα με τις λέξεις. Ήμουν ερωτευμένη με την λογοτεχνία, σε σημείο να φαίνεται περίεργο για την ηλικία μου. Η αγάπη αυτή προέρχεται από την οικογένειά μου. Οι λέξεις στο σπίτι μου, η μελέτη τους, είχαν τεράστια αξία. Η δύναμη των λέξεων είναι συνυφασμένη με πτυχές του χαρακτήρα μου. Ποίηση και θέατρο ήταν από τα βασικότερα συστατικά της ανατροφής μου. Το κείμενο είναι η αρχή και το τέλος των πάντων. Στην μέχρι τώρα πορεία μου, ανακαλύπτω πολλά σε έργα που καταπιάστηκα, χάρη στην δύναμη των λέξεων. Κι έτσι ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ σκέψεις και τρόπους που έχω βρει όλα αυτά τα χρόνια, με νέους ηθοποιούς, που έχουν την ανάγκη να καταλάβουν τι προσφέρει η ενασχόληση με μεγάλα κείμενα. Τα σπουδαία έργα σου επιστρέφουν «δώρα» που μπορείς να τα εφαρμόσεις, όχι μόνο στο θέατρο, αλλά και στη ζωή. Ευρύτερα να αντιληφθείς πτυχές της ζωής, του μικρόκοσμου που έφτιαξες και του εαυτού σου.

rejected: Αποκωδικοποιείται εύκολα ο ποιητικός θεατρικός λόγος;

Κ.Ε.: Όχι. Υπάρχουν και «στρυφνά» κείμενα, κι άλλα που έχουν μεγαλύτερη ροή. Η μετάφραση είναι πάντα ένα κλειδί-έχει σημασία με ποια μετάφραση θα δοκιμάσεις. Χρειάζεται χρόνο, παρατηρητικότητα και φροντίδα η αποκωδικοποίηση ενός ποιητικού θεατρικού κειμένου. Θέλει και μια τόλμη στη δοκιμή. Για να φτάσεις ως εκεί, χρειάζεται καλή γραμματική και σύνταξη. Αυτό λείπει πραγματικά και το διαπίστωσα όταν ζήτησα από τους πολλούς ενδιαφερόμενους του σεμιναρίου, να συντάξουν μια μικρή παράγραφο 100 λέξεων που θα περιείχε τους λόγους που θέλουν να συμμετέχουν σε αυτό. Μέσα στην παράγραφο, ομολογώ, ήρθα πολλές φορές αντιμέτωπη με ανθρώπους που είχαν δυσκολία να συντάξουν σωστά μια πρόταση. Όταν βλέπεις πρόβλημα στη σύνταξη, στη γραμματική κι έπειτα στην ανάγνωση ή στην εκφορά του λόγου, η ερμηνεία έρχεται ως πέμπτο στάδιο-πού να μπούμε σε αυτήν;

rejected: Σε αυτά τα κείμενα των 100 λέξεων των νέων ηθοποιών που ήρθαν στα χέρια σου, τι αισθάνθηκες ότι αποζητούν περισσότερο από το σεμινάριό σου;

Κ.Ε.: Μου έκανε εντύπωση ότι πολλοί άνθρωποι δήλωναν ότι υπάρχει ένα τεράστιο κενό στην τεχνική του λόγου. Νέοι ηθοποιοί αισθάνονται τεράστια αποξένωση όταν πρόκειται να προσεγγίσουν τα μεγάλα κείμενα, σκηνικά. Οι νέοι καλλιτέχνες νιώθουν πιο σίγουροι με ένα σύγχρονο ρεαλιστικό κείμενο ή ένα κείμενο που γράφουν με συμφοιτητές τους-όπως συχνά συνηθίζεται πλέον- για devised ή documentary theater, με έναν «καθημερινό τόνο» λόγου. Οι νέοι ηθοποιοί νιώθουν τρομερά εκτεθειμένοι όταν πρέπει να βάλουν στο στόμα τους, για παράδειγμα έναν μονόλογο του Ευριπίδη. Νιώθουν άσχημα, το ξέρουν κι οι ίδιοι ότι δεν το κάνουν καλά, μα στην πραγματικότητα δεν ξέρουν πώς να τον προσεγγίσουν. Αυτό μου το είπαν πολλοί ηθοποιοί και τους καταλάβαινα… έχω περάσει από τη θέση του νέου ηθοποιού και κατανοώ τη δυσκολία όταν βγαίνουν από τη σχολή, την δυσχερή θέση άγνοιας που έχουν.

rejected: Τελευταία μέρα του Νοέμβρη που μας πέρασε, στην αίθουσα συνεδριάσεων του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών δόθηκε η ονομασία «Σπύρος Ευαγγελάτος». Μια ακόμη δυνατή βραδιά, που νιώθεις πόσο σημαντικά λειτουργούν οι άνθρωποι, ακόμα και όταν έχουν «φύγει»…

Κ.Ε.: Η φόρτιση και η χαρά είναι πάντα μεγάλη. Σπανίζει να δίνεται όνομα ανθρώπου σε αίθουσα της Φιλοσοφικής Σχολής. Έγινε μια εξαίρεση που έκανε τον χώρο, όμορφο. Ο πατέρας μου έδωσε πραγματικά μεγάλο βάρος της ζωής του και της δημιουργικής του ορμής στο Τμήμα του οποίου ήταν συνιδρυτής. Είναι σημαντικό και για τις γενιές που θα ΄ρθουν. Είμαστε ένα λαός που ξεχνάει και δημιουργούμε μια θνησιγενή Τέχνη. Όσοι μπούνε σε αυτή την αίθουσα-όχι σε εκατό-αλλά και σε είκοσι χρόνια από τώρα, δεν θα έχουν δει παραστάσεις των προηγούμενων. Τέτοιες κινήσεις έχουν κάτι συμβολικό μα και συνάμα κάτι ουσιαστικό. Ο πατέρας μου θα ήταν βαθιά χαρούμενος με αυτή την τιμή που του αποδόθηκε. Έτσι όπως ένιωσα κι εγώ, εκείνη τη βραδιά… βαθιά τιμημένη. Υπάρχουν άνθρωποι που συνεχίζουν αυτό το Τμήμα για γενιές και γενιές, σε μια αίθουσα που θα φέρει το όνομά του. Όχι μόνο το όνομά του, αλλά κι όλα όσα εκπροσωπούσε ο πατέρας μου μέσα από το θέατρο-την πρακτική και την θεωρητική του πλευρά.

rejected: Ταυτόχρονα ετοιμάζεις την σκηνοθεσία της όπερας για το «Ζ» για την Εθνική Λυρική Σκηνή, μαζί με το Μηνά Μπουρμπουδάκη. Τι σε απασχολεί, στην παρούσα φάση, περισσότερο στο ανέβασμα αυτού του έργου;

Κ.Ε.: Είναι ένα εξαιρετικό έργο, που ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης έφτιαξε το λιμπρέτο πάνω στο βιβλίο του Βασίλη Βασιλικού, σε μουσική Μηνά Μπουρμπουδάκη. Περισσότερο από σύγχρονη όπερα, θα το χαρακτήριζα μουσικό θέατρο. Με το Μηνά Μπουρμπουδάκη δεν γνωριζόμασταν. Είχα ακούσει για την σπουδαία πορεία που πραγματοποιεί στο εξωτερικό και δη στο Μόναχο όπου και ζει. Νιώθω τώρα πια που συνεργαζόμαστε ότι είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος. Αυτό συμβαίνει σπανιότατα. Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης έχει φτιάξει ένα πολύ αιχμηρό κείμενο πάνω στο «Ζ». Τώρα που θα αρχίσουμε τις πρόβες, δεν θέλω ούτε λέξη να χαθεί από το κείμενο, σε συνδυασμό με την μουσική. Η ατμόσφαιρα του έργου έχει κάτι το «εφιαλτικό»… σαν ένα παράξενο «γραμμένο» όνειρο. Θέλω να αποδώσουμε αυτό τον «εφιάλτη» με τον περίπλοκο τρόπο που είναι γραμμένο, με τον πιο απλό τρόπο στο κοινό που θα προσλάβει την ενέργειά του. Αυτή η όπερα είναι φτιαγμένη σε κείμενο και μουσική για να «κατέβει» στην πλατεία του θεάτρου, με πολύ άμεσο τρόπο. Αυτό θέλω να το φτάσω στα άκρα, δίχως να μεσολαβήσουν σκηνοθετικά τερτίπια, που να ανακόψουν τη δύναμη που το μουσικό έργο έχει.

rejected: Σε αυτήν την παράσταση θα υπάρχουν λυρικοί καλλιτέχνες μα και ένας ηθοποιός;

Κ.Ε.: Ναι. Μια ομάδα λυρικών καλλιτεχνών θα αποδώσει το λιμπρέτο. Ο Δημήτρης Παπανικολάου θα ερμηνεύσει τον «Ζ». Ο ρόλος του «Ζ» είναι γραμμένος για ηθοποιό. Δεν θα τραγουδάει, θα ερμηνεύει τον ρόλο του. Με τον Δημήτρη Παπανικολάου πρωτοσυνεργάστηκα στην «Άλκηστη», όπου και έπαιξε τον «Ηρακλή».

rejected: Υπάρχουν σχέδια για τα επόμενα βήματα;

Κ.Ε.: Ναι. Αυτό το διάστημα καταστρώνω το σχέδιο των δύο επόμενων ετών. Είναι μια «καυτή» περίοδος που οργανώνομαι για παραστάσεις στην Ελλάδα. Του χρόνου το χειμώνα, θέλω να κάνω και κάτι στο εξωτερικό. Μακάρι να ευοδωθούν τα σχέδιά μου…

rejected: Τι σε προβληματίζει στον φετινό θεατρικό χειμωνιάτικο «τοπίο»;

Κ.Ε.: Δεν έχω παρακολουθήσει επισταμένα τον φετινό θεατρικό «χάρτη». Έχω καταλάβει ότι είναι μια δύσκολη θεατρική χρονιά. Λίγα είναι τα θέατρα που φέτος πηγαίνουν καλά. Με στεναχωρεί ότι μόνο λίγες παραστάσεις πάνε καλά. Έχει δε, πέσει τόσο πολύ η τιμή του εισιτηρίου που με στεναχωρεί βαθύτατα. Ένα τόσο χαμηλό εισιτήριο θεάτρου, απαξιώνει το επάγγελμά μας. Αυτό έχει τρομερό αντίκτυπο στις συνθήκες που όλοι μας εργαζόμαστε. Έχει συμβεί βαθμιαία τα τελευταία πέντε χρόνια και σε συνδυασμό με την έλλειψη συστηματικών επιχορηγήσεων, δημιουργεί ένα δύσκολο τοπίο για την δημιουργία στη χώρα μας. Όλο τα ίδια λέμε για τις κρατικές επιχορηγήσεις, στα τόσα χρόνια, μα δεν βλέπω και κάτι να αλλάζει. Θεωρώ πρόβλημα να πηγαίνεις στο θέατρο με επτά ευρώ και να έχεις δέκα άτομα πάνω στη σκηνή κι άλλα δέκα, περιφερειακά. Πώς να πληρωθούν οι εργαζόμενοι με εισιτήριο των επτά ευρώ; Κατανοώ ότι ο κόσμος δεν έχει χρήματα και δεν μπορεί να δίνει σαράντα ευρώ για να δει μια παράσταση-είναι εξωπραγματικό κι αυτό. Από την άλλη, το τόσο χαμηλό κόστος εισιτηρίου, οδηγεί στο να απορείς πόσα χρήματα καταλήγουν στα χέρια του ηθοποιού, του ηχολήπτη και του φωτιστή. Και υπάρχουν και οι παραστάσεις που γίνονται και γεμίζουν οι πλατείες των θεάτρων με προσκλήσεις και να έρχονται να μας δούνε οι φίλοι. Αυτό καλύπτει μια συναισθηματική ανάγκη που κατανοώ, αλλά κάποια στιγμή, πρέπει να αναρωτηθούμε και σε ποιους απευθυνόμαστε.