at a glance
Top

Κάπου εκεί

κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

Μια ιστορία μικρή

 «Τ’ εμόν το ταν κι αλλ’ άσπρον εν» (1), είπε ο Στυλιανός στη γυναίκα του περιπαίζοντάς την λίγο, μετά από τόσους μήνες κατήφειας και στεναχώριας. Ήτανε μέρες που απέφευγαν να σχολιάσουν την απουσία των δύο γιων τους. Άλλες πάλι, τους έπιανε και τους δυο, πάνω στον απογευματινό τους καφέ το παράπονο και κλαίγανε βουβά και συγκαλυμμένα για να μην επηρεάσουν ο ένας τον άλλο. Έφευγε τότε ξαφνικά, εκείνος δήθεν σ’ον απόπατον (2)  και η γαρήν ‘ατ σ’ο μαγερείον (3). Κι έμεναν ώρες χώρια. Και ξέσπαγαν στα μαντήλια τους πάνω. Και ξαλαφρώνανε από δάκρυα και μύξες, μα κι από καημούς περίσσιους. Κυρίως αυτούς.

Εκείνο το απόγευμα, είχανε μαζευτεί πίσω στην χωμάτινη τούς αυλή κι άλλες τρεις γειτόνισσες. Από εκεί, τις καθάριες ημέρες, έφτανε το βλέμμα σου μέχρι Θεσσαλονίκη και αυτό το χάσιμο από τον κάμπο έως πέρα, τους έδινε μιαν απελέκητη ψευδαίσθηση ελευθερίας. Όσο και να τον αλυσοδέσεις τον άνθρωπο, ο νους του θα ταξιδεύει λεύτερος. Μαζεύτηκαν το λοιπόν γύρω στις τέσσερις να πιούνε τον καφέ τους και μεταξύ άλλων φοβισμένων, απαγορευμένων και πικραμένων συζητήσεων για όσα τους βρήκαν, των ίδιων και της χώρας από τους Γερμανούς του Χίτλερ, θυμήθηκαν τα παλιά. Τότε που στέλνανε τα καμάρια τους στο σχολειό όλα μαζί και βγαίνανε στις πόρτες από τις αυλές τους για να τα χαρούνε, όσο τα έπιανε το μάτι τους καθώς ξεμάκραιναν. 

«Τέρεν τέρεν το γιαβρί μ’» (4) μονολογούσε η μία.

«Τέρεν το τσικάρι μ’ τέρεν» (5) έλεγε η άλλη.

«Ώι να τρώγω τα κάκαλα ν’ατ’ . Ποδεδίζω σε ψυ’ μ΄» (6) πρόσθετε με περηφάνια η τρίτη… Και τελειωμό δεν είχε καμιά τους.

Πάνω σε αυτές τους τις κουβέντες και στις αναμνήσεις τους, ξεπήδησε η ατάκα του Στυλιανού που έφερε χαμόγελα. Πόση ανάγκη το ‘χαν! Η καθεμιά από τις γειτόνισσες για τους δικούς της λόγους και οι δυο τους, για ‘κείνες τις θηλιές που τους φορέθηκαν πριν μήνες και όλο στένευαν, όλο αγρίευαν, όλο πονούσαν. Τραχιές οι θηλιές, όπως η όψη των κατακτητών.

Ο μεσαίος στα δεκαεννιά, ο μεγάλος στα εικοσιδυό. Είχανε κι άλλα δυο παιδιά. Έναν κορίτζ κι έναν αγούρ (7). Ο μεσαίος λοιπόν, ο Κύρος, έφυγε πρώτος πρώτος στα βουνά του ΕΑΜ και από τότε-κόντευε χρόνος πια- δεν ξανανταμώσανε. Αγρίμι λέγαν έγινε. Λύκος και ύαινα μαζί. Ο άλλος πάλι… αχ, ο μεγάλος πού πήγε κι έμπλεξε! Το διπλανό τους σπίτι, της κυρά Σελήνης, είχε επιταχθεί από τα πρώτα. Της είχανε αφήσει μια κάμαρα μονάχα να ξαπλώνει τους εφιάλτες της τα βράδια. Τη μέρα, να τους ζει! Τρεις Γερμανοί αξιωματικοί. Η μια, γυναίκα. Ήξερε εκείνη λίγα εγγλέζικα κι έψαχνε άνθρωπο να συνεννοηθεί. 

«Τη Στύλενον ο τρανόν ο παιδάς, θαρρώ, την καλατσίαν την εγγλέζικη γνωρίζ’. Ε’είνος πολλά μορφωμένον εν’. Άμον προφέσορας…» (8)

Κι έτρεξαν να τον φέρουνε μπροστά της όλοι οι γείτονες με μιας, μήπως και θα ‘χανε μια κάποιαν εύνοια. Ο πονεμένος, γιατρειά από παντού ζητάει…

Ο Γιάγκος από εγγλέζικα δεν σκάμπαζε λέξη, μα τα γερμανικά του ήταν καλύτερα και από τα ελληνικά του. Ποντιακά και γερμανικά ήξερε να μιλά. Και τα είχε μάθει μόνος του. Μέσα από βιβλία και λεξικά. Μέσα από τον Μαρξ και τον Νίτσε. Είχε ένα ανεξήγητο, για πολλούς, πάθος με όλα αυτά τα κομμουνιστικά και τα επαναστατικά.

Τον έφεραν μπροστά της, το λοιπόν, και τους εντυπωσίασε όλους. Κυρίως την αξιωματικό, που φάνηκε να της αρέσει ο μορφωμένος Έλληνας με τα έντονα αρρενωπά του χαρακτηριστικά, τις αφώτιστες νύχτες που είχε για μάτια κι εκείνο το πολλά υποσχόμενα στόμα του, με το δαγκωμένο σπίρτο που ξεκουράζονταν ανά στιγμές στο κάτω χείλος του, προκλητικά. Φωτιές άναβε ‘κείνο το σπίρτο κι έκαιγε πρώτα εκείνη κι έπειτα αυτόν.

Στο δίμηνο πάνω, τον άρπαξε και τον πήγε στη Σαλονίκη. Να τον έχει από κοντά της. Ποιος ξέρει πού, σε ποιο γραφείο… σε ποιο στρώμα… σε ποιους καταπιεσμένους έρωτες! Ίσως και όχι!

Το απόγευμα εκείνο -Σάββατο ήταν- ήπιαν τον καφέ τους (ρεβιθοκαφές, τι άλλο!) ο κυρ-Στυλιανός με την κυρά του και τις γειτόνισσες και μια ανεπαίσθητη αισιοδοξία σα να ζωγραφίστηκε απ’ του φλυτζανιού το κατακάθι. Είδανε μέσα του λίγα και σκέφτηκαν πολλά. Λίγο η κουβέντα, λίγο τα χαμόγελα, λίγο ότι θα ξημέρωνε Κυριακή και θα ΄χαν ένα Σαββατόβραδο δικό τους να μοιραστούν τους ύπνους τους. Λίγο, μωρέ, να πιει ο ένας απ’ του αλλουνού το όνειρο. Τόσο λίγο και να τους αρκεί…  Όσο κρατάει η πρώτη τζούρα απ’ το μπουμπούκι μια κατακόκκινης τριανταφυλλιάς. Φτάνει να είναι άγριας και να ‘ναι πρωινό. Φτάνει μια εισπνοή στην αγκαλιά του άλλου μέσα και να λες, αρκεί. Αρκεί, μωρ΄ άδικη ζωή! Όλα στον κήπο τους τα έσπειρες τ’ αβάσταχτα. Μήδε πατρίδα χάρηκαν, μήδε φαμίλια. Παντού κυνηγημένοι.

Ο Στυλιανός, αρτεργάτης στο επάγγελμα, μόνο τα σαββατόβραδα είχε ευκαιρία να κοιμάται με την Μελίτσα του. Και τα τέσσερα, Σάββατο βράδυ τα έπιασαν. Όσο που πάτησαν Ελλάδα τα τρία τα μικρότερα και τον Γιάγκο τον φέρανε φασκιωμένο απ’ την πατρίδα. Όλα όμως, σαββατοέρωτα δουλειές. Θεού και φούρνου θέλημα!

Με όσα τους βρήκαν τελευταία όμως, που να ‘βρουν διάθεση για τέτοια. Ο νους τους, πότε στα βουνά και πότε στην κατεχόμενη Θεσσαλονίκη. Για τους ίδιους τους, καρφί δεν τους καιγόταν. 

Εκείνη την βραδιά όμως, θέλεις η Άνοιξη που όργωνε τα κορμιά τους, θέλεις το ζεστό αεράκι που χαϊδολόγησε για ώρα τα στήθη της Μελίτσας καθώς πότιζε με υπομονή τα βασιλικά και τις μολόχες της, ίσως και το μπάνιο που έκανε στην σκάφη μέσα  το κουρασμένο -μα σφιχτό ακόμη- σώμα του αντρός της και του ‘τριψε με το ελείφ (9)  τις πλάτες τις φαρδιές και του σαπούνισε αργά το κεφάλι δυο φορές και μία με σταχτόνερο να γιάνουν οι πληγές και του ‘ριξε  νερό χαλέχουλεν (10)-όπως το επιθυμούσε χρόνια- με την κανίστρα (11), να του ξεπλύνει κάθε βρωμιά και κάθε μαύρη σκέψη. Ίσως να ήταν όλα αυτά μαζί… κι εκείνη η στιγμή ,ίσως πιο δυνατή απ’ όλες , καθώς του σκούπιζε τις υγρασίες από κάθε του άκρη σε άκρη και ακούμπησε άθελα τις ρώγες της στο γυμνό του δέρμα κι εκείνος ένιωσε να δονείται κάθε αντρική του υπόσταση και πήρε κι άδειασε στη νύχτα μέσα- πράγμα αφύσικο, αταίριαστο και δεισιδαίμονο- τη σκάφη με τα σαπουνόνερα όξω στην αυλή κι έδωσε μια στην καμαρόπορτα αλαφιασμένος κι άρπαξε απ’ τις μασχάλες την γαρήν ‘ατ κι εκείνη είπε στ’ αφτί του μέσα «Όχι, κι’ θέλω» (12) μα το΄θελε πιότερο κι απ’ αυτόν και την έσυρε πίσω από το κλειστό παραθυρόφυλλο που χώριζε την Ελλάδα τους από το ναζισμό, τη ζωή από την βία, το φως από τις πίσσες, τα φιλιά τους από το κλάμα, τα κορμιά τους από τους έρωτες που στέγνωναν μήνες  άνυδρα… Εκεί όρθωσαν τα σύνορά τους. 

Και δεν ανάψαν φώτα, γιατί η Μελίτσα ποτέ δεν ένιωθε άνετα. 

Και δεν γδύθηκε μπρος του, γιατί η Μελίτσα έτονε ντροπαλέσσα.

Και δεν του είπε καμία λέξη ερωτική, γιατί η Μελίτσα τα έπνιγε πάντα ετούτα, για να μην παρεξηγηθεί. 

Μόνο του δόθηκε φορές πολλές. Βουβόχειλες. Σκοτεινές. Σχεδόν ντυμένες όλες οι φορές. Άλλες κολλημένοι στα άβαφτα ντουβάρια, άλλες στα κιλίμια πάνω που τσίμπαγαν λες και διεκδικούσαν κι εκείνα κάτι από την περασμένη νιότη τους και τέλος στο κρεβάτι τους, που έσκουζε μεταλλικούς θριάμβους, την απαρχή της ταλάντευσης! Κι έπειτα αγκάλιασαν την αγάπη τους και μπέρδεψαν, σαν από υποχρέωση απέναντι σε κάτι αδιευκρίνιστο , τους ίδρωτές τους με τα δάκρυα και τους χυμούς τους, που αβίαστα κατρακυλούσανε στα σκληρά του στρώματός τους κι ενώνονταν και μούσκευαν το σαββατόβραδο. Δε σταματιέται η ζωή, βρωμιάρηδες, σα να σκεφτήκαν και οι δυο τους, μα κανείς ποτέ δεν το ξεστόμισε.

Έγινε η νύχτα μια απέραντη ησυχία. Μονάχα οι καρδιές του δεν έλεγαν να κοπάσουν και πυροβολούσαν το άπνοο, θαρρείς, στέρνο τους . Κάπου μακριά, ακούστηκαν τ’ άρβυλα των Γερμανών να περιπολούν την πόλη σκορπίζοντας έναν ψυχρό φόβο στα έγκατα των ανοιξιάτικων δρόμων. Έπειτα, οι άγριες φωνές τους και τα γέλια τους έξω από το παραθύρι τους. Πώς είναι δυνατόν, ένα γέλιο να φέρνει διάχυτους φόβους. Κι όμως μπορεί…

 Εκείνο το πρωινό, τον ήλιο, ο Στυλιανός τον τράβηξε πίσω από τον κάμπο. Βιαζότανε να ξημερώσει. Είχε σηκωθεί από τις πέντε κι έφερνε ανήσυχες βόλτες μέσα στην κουζίνα. Ξυρίστηκε δυο φορές και φόρεσε τα καθαρά του. Ήπιε ίσα με δυο καφέδες ως τις έξι. Έπειτα άφησε ένα φιλί στο μαξιλάρι της Μελίτσας του, για καλημέρα, και αποχαιρέτησε τα άλλα δυο τσικάρια του που είχαν κοντοσταθεί στο περβάζι.

«Θα δίν’σα τον, έναν γλυκίτσικον φιλίν ‘α σ’εμάς;»  είπαν του πάπα ν’ατ’ς (13).

 Νάτος κι ο ήλιος. Η καμπάνα της Κυριακής δεν καλεί πια.

Θα πήγαινε στην Θεσσαλονίκη, στον Γιάγκο τους. Κάποιος συγγενείς τους, τον είδε τελευταία να κινείτε στον σταθμό των τρένων και τους το μήνυσε… Μωρέ θα πήγαινε ο κόσμος να χαλούσε. Θα πήγαινε με όποιο κόστος. Για το παιδί του θα τα ‘κανε όλα!

Και κίνησε να πάει, μα στα μισά του δρόμου, πριν φτάσει να πάρει το λεωφορείο -ώρα κακιά- τον σταμάτησε ο ενωμοτάρχης, που άλλη δουλειά δεν είχε πια παρά να βρίσκεται στα πόδια των Γερμανών ανάμεσα και να λερώνετε δοσίλογα. Μήτε τον καλημέρισε, Κυριακή, μέρα θεού. Του έδωσε έναν φάκελο μικρό, εκατόν πενήντα και, οκάδες βάρος. Και πήγε και στάθηκε πιο εκεί στη βρύση, σ’ο κυππαρισόπον απουκά (14), μόνος ο Στυλιανός. Άνοιξε τρεμάμενος τον φάκελο και είδε να φεύγουν μέσα από τις παλάμες του, να του γλιστράν, να πέφτουν κάτω και οι εκατόν πενήντα οκάδες. Στο χώμα να σωριάζονται και οι δυο οι γιοί του . Αίμα να γίνονται και λάσπη αλλόφρωνη… Κόκκινη η πλάση όλη. «Ωι ν’ αοιλλί εμέν, να βάι εμέν, Θεέ και Κύρη μ’» (15).

Δάγκωσε τους πόνους του έπειτα, έπνιξε τα δάκρυά του μέσα του και πήγε στον Άη Δημήτρη ν’ ανάψει δυο κεριά. Γύρισε σπίτι αργά το μεσημέρι. Του είχαν στρωμένο το τραπέζι ακόμη και τον περίμεναν στις θέσεις τους. Μάζεψε όλη του τη δύναμη και είπε ψέματα. 

«Κι εύρατον. Κι έτον εκεκά. Κανείς κι είδε ’τον. Ο Γιάγκον σα βουνά και σα ραχία κλώσκειται. Να ελέπ’ς, Μελίτσα, σον πασσάν ‘ατ τον μικρόν επήεν. Οι δυο μαζί ‘α γαμούνε τον φασισμόν… Α’ σο Γκιουλαπέρτ θα έρτεν η λευτέρα» (16) είπε και υποδύθηκε χαμόγελα.

Το ίδιο βράδυ ο Στυλιανός πήγε στο φούρνο κι έκλαψε κρυφά απ’ όλους. Ώρες πολλές… κι ώρες πολλές. Μόνος ανάμεσα στα πυρίφτια (17), στην καταμάγια (18) και την κατσουργά (19), στην ζυγαριά μπροστά με τα δράμια της, δίπλα στις πινακωτές, στις ξύστρες, στον ξυλόφουρνο  και με τ’ άλευρα στα χέρια, ανίκανος για οτιδήποτε.

Από τότε, το πρώτο αλεύρι που έπιανε στις χούφτες του και το έριχνε πάνω στον πάγκο, θαρρείς, χανότανε στο χώρο. Πετούσε γύρω του, αιωρούνταν και δεν κατέληγε ποτέ στον προορισμό του. Έφερνε εκείνος, τότε, στροφές χορού και βήματα αλλοπρόσαλλα, άμετρα κι ατακτοποίητα και το αλεύρι χόρευε μαζί του πένθιμα χωρίς ρυθμό. Έμοιαζε να τον αγκαλιάζει, να του χαϊδεύει τα μαλλιά, να του φιλά τους ώμους. Εκείνος, πρόθυμα, έκλεινε τα μάτια του απαλά κάτω από το λιγοστό το φως και τραγουδούσε στον Γιάγκο και στον Κύρο, νοερά. Κι ένιωθε την παρουσία τους έντονα. Και γιόμιζε ολόκληρος άσπρες χαρές, που δυστυχώς κρατούσαν τόσο λίγο. Σήκωνε, τέλος, το βλέμμα του κατάματα στο φως και πάντα, κάπου εκεί, του αχνοφαίνονταν τα πρόσωπά τους γελαστά. Κάπου εκεί, τα πρόσωπά τους γελαστά. Κάπου εκεί, τα πρόσωπά τους γελαστά. Κάπου εκεί, τα πρόσωπά τους… Κάπου εκεί.

Στον πατέρα μου, που με γέμισε πληροφορίες, ποντιακές και μη.

 

1 Το δικό μου το ξινόγαλο είναι πιο άσπρο από το δικό σου

2 Η τουαλέτα

3 Η κουζίνα

4 Καμάρωσε το παιδάκι μου (σε ελεύθερη απόδοση)

5 Καμάρωσε το σπλάχνο μου (σε ελεύθερη απόδοση)

6 Να φάω τ’ απόκρυφά σου (σε μια υπερβολή της μάνας ή της γιαγιάς). Να σε χαρώ, ψυχή μου

7 Κόρη και ανήλικος γιος

8 Του Στέλιου ο μεγάλος ο γιος, νομίζω πως μιλάει αγγλικά. Εκείνος είναι πολύ μορφωμένος, Σαν καθηγητής.

9 Πλεγμένο σφουγγάρι μπάνιου

10 Χλιαρό

11 Κάνιστρο – κανάτα

12 Όχι, δεν θέλω

13 Θα του δώσεις ένα γλυκό φιλί κι από εμάς; είπαν του πατέρα τους

14 Κάτω από το κυπαρίσσι

15 (Επιφωνήματα πόνου και σπαραγμού) Θεέ και Κύριέ μου

16 Δεν τον βρήκα. Δεν ήταν εκεί. Κανείς δεν τον είδε. Ο Γιάννης στις ράχες και στα βουνά γυρνάει. Να δεις, Μελίτσα (Μελπωμένη), τον αδερφό του πάει να βρει. Οι δυο μαζί θα γαμήσουν τον φασισμό. Από το Γκιουλεπέρτ (χωριό καταγωγής τους, σε απόσταση 10χμ ανατολικά του Αρταχάν) θα έρθει η λευτεριά

17 Ξύλινα φτυάρια

18 Πανί, δεμένο σε μια ξύλινη μακριά βέργα, με το οποίο καθάριζαν τις κάπνες και τα υπολείμματα,  με κυκλικές κινήσεις μέσα από τον φούρνο.  

19 Μεταλλικό εργαλείο, σε σχήμα ταυ, με το οποίο έστρωναν τα κάρβουνα στον φούρνο