at a glance
Top

Καλώς τον

κείμενο | δώρα βέτσου */* φωτογραφίες | δώρα βέτσου */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου + τάσος θώμογλου

μυστήρια πλάσματα

Καλώς τον. Κάθισε. Όχι, όχι δίπλα μου. Απέναντι. Θέλω να σε βλέπω. Καιρό είχες να’ ρθεις. Νόμισα με ξέχασες.

Τα νέα μου; Μα τα ξέρεις. Τα ίδια. Όπως πάντα.

Αυτό σκεφτόμουν και προχτές που περπατούσα. Ναι, τη γνωστή ώρα. Όταν πέφτει ο ήλιος. Θυμάσαι πόσο με ενοχλεί;

Τι έλεγα; Ναι. Αυτό σκεφτόμουν λοιπόν. Πόσο άλλαξαν τα πράγματα και πόσο ίδια έμειναν. Πόσο ίδια μοιάζω εγώ και πόσο έχω αλλάξει. Μεγάλα γεγονότα σε αφήνουν παγερά αδιάφορο, ενώ μια μικρή αλλαγή, και τσουπ, συνταράσσεται ο κόσμος μέσα σου.

Όχι, τα ίδια. Ησυχία.

Οι γνωστοί μας; Καλά είναι κι αυτοί. Όπως τα ξέρεις. Ο καθένας στη ζωή του. Μια έτσι, μια αλλιώς. Τα γνωστά.

Ναι, τους είδα πρόσφατα. Πριν λίγες μέρες. Είχα καιρό όμως. Ξέρεις, μεταξύ μας, τους αποφεύγω τελευταία.

Όχι, δεν έγινε κάτι. Όλα καλά. Όπως πάντα. Απλά να…είναι που πρέπει να εξηγώ. Και δεν έχω πάντα όρεξη. Μεγαλώνω. Με νιώθεις;

Κι αυτοί σε θυμούνται. Με ρωτάνε κάποιες φορές- διακριτικά πάντα. Δε θέλουν να με φέρουν σε δύσκολη θέση. Το εκτιμώ. Βαριέμαι να εξηγώ.

Τι να κάνω; Εσύ τι θα έκανες στη θέση μου; Κάνω ότι δεν καταλαβαίνω κάποιες φορές. Άλλες πάλι το γυρίζω στην πλάκα. Ξέρεις. Με ξέρεις. Αυτοσαρκάζομαι και ξεγλιστράω. Βαριά διπλωματία. Λίγο χιούμορ κι αλλάζω θέμα. Με ξέρεις.

Άκου! Πάλι βρέχει. Μας έχει τρελάνει φέτος. Δε λέει να’ ρθει  το καλοκαίρι. Δεν πειράζει. Μου αρέσει η βροχή.

Θυμάσαι τότε που μας έπιασε στο δρόμο; Κι εγώ είχα ξεχάσει την ομπρέλα. Κι εσύ φώναζες Κι εγώ γελούσα. Καλά, μη θυμώνεις. Και πάλι όμως θα γελούσα.

Τι λέγαμε; Ναι. Το αποφεύγω, που λες, τελευταία.

Νομίζω πως με λυπούνται. Και δεν το αντέχω. Κάθε φορά που γίνομαι εριστική, ανησυχούν. Κάθε φορά που σιωπώ, φοβούνται. Δε θυμώνω όμως, δεν τους αδικώ. Απλά αποφεύγω.

Κουράστηκα ρε. Βαρέθηκα. Βαρέθηκα τις συμβουλές. Μιλάνε για κάτι που απλά φαντάζονται, για κάτι που ίσως το πίστευαν παλιά και τώρα τους μοιάζει άπιαστο. Για κάτι που δεν άγγιξαν ποτέ. Που κι αν το πλησίαζαν λίγο, θα τους ήταν αρκετό. Σε μένα! Σε μένα  που με το «άπιαστο» τους κοιμόμουν αγκαλιά.

Θυμάσαι; Μαζί. Ξαπλώναμε πάνω του κι αποκοιμιόμασταν νύχτες πολλές. Ξυπνούσαμε μαζί του το πρωί, το κρατούσαμε στα χέρια μας. Θυμάσαι;  Το κρατούσαμε , ήταν δικό μας! Τι να τους πω λοιπόν;

Κι αν ακυρώνω- που λες-, κι αν αφορίζω, κι αν αναιρώ, δεν είναι γιατί δεν πιστεύω. Κι αν δεν το κυνηγώ πια, δεν είναι γιατί δεν το θέλω. Κι αν δε μιλώ πια γι’ αυτό, δεν είναι γιατί δεν έχω τι να πω. Είναι γιατί έχω πολλά! Τόσα πολλά… Θυμάσαι; Μα θα τρομάξουν.  Έτσι, απλά σιωπώ. Καλύτερα έτσι.

Σε ζάλισα, ε; Είχα καιρό όμως να σε δω. Ίσως και να μου έλειψες. Σε είχα συνηθίσει. Κοίτα όμως κάτι πράματα…έλεγα αμάν να φύγεις, και τώρα μου λείπεις.

Έκοψε η βροχή. Ευκαιρία να φύγεις.

Α, πήρες ομπρέλα; Ευτυχώς.

Θα σου έλεγα να κοιμηθείς σήμερα εδώ. Μα δεν υπάρχεις.

Αλλά κι αν υπήρχες, θα σε έδιωχνα.