at a glance
Top

Θανάσης Ραφτόπουλος

Υπηρέτης Δύο...Κόσμων

συνέντευξη | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

«Έχω το ανικανοποίητο. Πάντα κάτι μου φταίει, στο τέλος κάθε παράστασης, σε σχέση με αυτό που έπραξα εγώ. Παιδεύομαι κι όταν κάτι «μου κάθεται καλά». «Τώρα γιατί αυτό λειτούργησε»; «Τί έκανα και μου ΄κατσε όμορφα αυτή τη στιγμή»; Ψάχνω να βλέπω παραμέτρους και αποδομώ επιστημονικά το κάθε τι. «Γιατί γέλασε από το κοινό, αυτός, εκεί; Τί ρυθμός συνέβη στην ατάκα που δεν κατάλαβα;» Άσε που δεν φεύγω εύκολα από τη κουίντα-χαζεύω τα βράδια και μελετώ τί συμβαίνει. Τα παίρνω και στο σπίτι. Καταντά εκνευριστικό! «Άσε μας, ρε Θανάση, τράβα έξω να πιείς καμιά μπύρα!» Ακόμη και στα αισθηματικά. Το πόσο αγαπάω το θέατρο, μπορεί να είναι ζήλια για τον άλλον. Κατάλαβες;»… Ο «Υπηρέτης δύο Αφεντάδων», ο Θανάσης Ραφτόπουλος στο rejected…

rejected: Γεννήθηκες στους Μαυραγάδες Καρδίτσας;

Θ.Ρ: Όχι-από τους Μαυραγάδες είναι ο πατέρας μου. Το Ζαΐμι είναι το χωριό της μάνας μου, που είναι κι αυτό στη Καρδίτσα και πηγαίναμε κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα, καλοκαίρι. Η χαρά μου ήταν πότε θα πάω στο χωριό. Αλλά, γεννήθηκα και μέχρι Α’ Γυμνασίου έμενα στα Κάτω Πατήσια. Στην Αθήνα και δεν έβγαινα-δεν με άφηναν κιόλας-οπότε η προσμονή μου ήταν το χωριό στη Καρδίτσα. Εκεί έπαιζα μπάσκετ, ποδόσφαιρο, έκανα ποδήλατο. Αθλητισμός φουλ! Όλα τα «καλλιτεχνικά» ήταν μοναχά στη παρέα «να σου δείξω ότι μπορώ να κάνω αυτή τη γελοιότητα». Δεν το είχα δει, σοβαρά, ως ενασχόληση τα πρώτα χρόνια, ως μικρό παιδί. Παρόλα αυτά, όταν έλεγα μια ιστορία με χιούμορ, είχα την επιβεβαίωση από όλους, ότι το κάνω ωραία.

rejected: Και το θέατρο πώς μπήκε στη ζωή σου;

Θ.Ρ.: Στο τελευταίο εξάμηνο που κατάλαβα ότι μεγαλώνω πια, τελευταίο εξάμηνο του ΦΠΨ (φοιτητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας στα Γιάννενα) άνοιξα το συντακτικό και λέω «τί λες τώρα; Εγώ θα πρέπει να αρχίσω να ψάχνομαι για ιδιαίτερα;» και το έκλεισα κατευθείαν. Άνοιξα το google και πληκτρολόγησα «πώς γίνεσαι ηθοποιός». Πρώτη φορά είδα εκεί Κ.Θ.Β.Ε., Εθνικό-σου μιλάω δεν είχα ιδέα. Google και είδα τα πάντα όλα πώς γίνεται να δώσεις εξετάσεις. Πήρα τηλέφωνο τους γονείς μου, το ανακοίνωσα, έπαθαν κι αυτοί τραμπάκουλο-συμφώνησαν στην ιδέα και η θεία μου, μου πρότεινε ένα σεμινάριο στη λίμνη Πλαστήρα. Πήγα στο σεμινάριο, τελείωσε και λέω στους γονείς μου στη Καρδίτσα «εγώ δεν κάθομαι εδώ. Φεύγω Αθήνα. Δεν ξέρω τί θα κάνω, αλλά φεύγω. Πρέπει να πάω να δω τι θα κάνω». Πήρα τηλέφωνο τον Τάκη Τζαμαργιά που είχα γνωρίσει στη λίμνη Πλαστήρα ως διδάσκοντα, και του λέω «θέλω να δώσω εξετάσεις σε Δραματική Σχολή»-καλοκαίρι καιρό. Σοκαρισμένος ο Τζαμαργιάς μου λέει «Θανάση μου, έχει προετοιμασία, δεν γίνονται έτσι αυτά, εγώ δεν κάνω αυτά, θα σε βοηθήσω να βρούμε τον τρόπο και τους κατάλληλους ανθρώπους προετοιμασίας». Και μένοντας από φίλο σε φίλο στην Αθήνα, με τους γονείς να μου στέλνουν λεφτά. Προετοιμάστηκα, με κούραση και αρκετή μοναξιά. Δεν είχα το χώρο μου, ούτε μου άρεσε να ζητάω τα επιπλέον χρήματα από τους γονείς μου, για την προετοιμασία. Αλλά και δεν πτοήθηκα….να σου πω κάτι; Εγώ την προετοιμασία μου, στους θεατρικούς μονολόγους, την έκανα σε μια πλατεία δίπλα από τη στάση του ΜΕΤΡΟ «Ευαγγελισμός». Ενοχλούσα τους άστεγους. Δεν μπορούσα να το κάνω σε σπίτι φίλων, έβγαινα έξω στα πάρκα και γινόμουν «ένας τρελός του πάρκου» που απαγγέλλει.  Ξέρεις τί «Βάκχες» και «Αγγελιοφόρους» έχω παίξει στα πάρκα; Πατάω pause στο στρατό και πέρασα στη Σχολή του Κρατικού, στη Θεσσαλονίκη.

Εγώ ακόμη νομίζω ότι το ΣΚ θα πάω στα ΚΤΕΛ, να πάω, να φύγω για Καρδίτσα.

rejected: Και στη Θεσσαλονίκη;

Θ.Ρ.: Δεν είχα ιδέα που πήγαινα και τί θα κάνω. Τίποτα. Έκανα Γιάνεννα τη φοιτητική μου ζωή και περίμενα ότι η Θεσσαλονίκη θα είναι η δεύτερη φοιτητική ζωή. Αμ δε! Πειθαρχία, μελέτη, όλη μέρα σχολή. Δεν είδα τρία χρόνια τη Θεσσαλονίκη. Το μάθημα του Ταξιάρχη Χάνου με «έστρωσε». Κατάλαβα ότι «είχα χάσει επεισόδια». Σε όλα συντονιζόμουν με τα παιδιά. Και πάθαινα πλάκα με κάθετι νέο ανεξερεύνητο που ΄σκαγε μπροστά μου. Είμαι ένας άνθρωπος των ακραίων αλλαγών, που τις σκέφτομαι πολύ μέσα μου και «κάνω ένα μπαμ», που πάντα δείχνει «ξαφνικό» στους άλλους. Πώς, ρε παιδί μου, όλοι μου οι φίλοι πηγαίναν τεχνολογική κατεύθυνση, εγώ μια μέρα, «τα ΄παιξα μέσα μου» και είπα θα πάω θεωρητική κατεύθυνση. Τέτοιος ήμουν. Οπότε, φαντάσου όταν η ραγδαία αλλαγή μου, ονομάστηκε θέατρο, τί «έκρηξη» ήταν ολόγυρα μου.

Δεν αποχαιρετάω ποτέ στη ζωή μου. Θα πω ένα "τα λέμε" κι ας μην "τα πούμε" ποτέ ξανά.

rejected: Και στις διαπροσωπικές σου σχέσεις είσαι των ακραίων αλλαγών;

Θ.Ρ.: Δεν αποχαιρετάω ποτέ στη ζωή μου. Θα πω ένα «τα λέμε» κι ας μην «τα πούμε» ποτέ ξανά. Το «τέλος» μου φαίνεται σαν λέξη πολύ περίεργη. Όπως δεν μπορώ να χαιρετήσω δυο φορές….δεν μπορώ να πω «γεια» και μετά να πάμε από τον ίδιο δρόμο. Τα πρώτα χρόνια στη Θεσσαλονίκη, μου έλειπε η Καρδίτσα. Την Αθήνα, τόσο χαοτική, ποτέ δεν «την πήγα». Με ενοχλούσε ακόμη και το ΜΕΤΡΟ που σφύριζε, αυτή η μάζα του κόσμου, τόσο συμπαγής. Έλεγα «ηρεμήστε». Είμαι, μέσα μου φουλ χαοτικός, γι αυτό και έξω μου, θέλω ηρεμία. Εδώ, δεν βλέπεις τόση ώρα, με ρωτάς κάτι, σε πάω κάπου αλλού, δεν θυμάμαι ούτε από που ξεκίνησα.

rejected: Και στη Θεσσαλονίκη;

Θ.Ρ.: Είδες; Πάλι κάνεις την ίδια ερώτηση για την πόλη. Άνω Πόλη έμενα και Μονή Λαζαριστών πήγαινα που ήταν η σχολή. Για τρία χρόνια μια διαδρομή ήξερα, πίσω και μπρος. Έπρεπε να πάω στο Βασιλικό Θέατρο να δω παράσταση, για να θυμηθώ ότι στη Θεσσαλονίκη υπάρχει θάλασσα…το είχα ξεχάσει. Το «περπάτησες δίπλα στη Παραλιακή;», εγώ «όχι». Μόνο το θέατρο με ενδιέφερε. Τα μαθήματα μου και η προετοιμασία της επόμενης μέρας με ενδιέφερε. Ξαφνικά, δεν είχα χρόνο για τους φίλους μου, τους εκτός χώρου, που ήταν στη Καρδίτσα. Είχα αλλάξει και πόλη. Πού να συλλάβει ανθρώπου νους ότι «10 το πρωί ως 10 το βράδυ» είμαι αλλού; Άσε που γυρνούσα, ήμουν πτώμα και αγχωνόμουν να μελετήσω την επόμενη μέρα. Σαν αυτόν που μπαίνει στο στρατό και όταν βγαίνει μιλάει πάλι γι’ αυτόν-τέτοια φάση-κανείς δεν τον καταλαβαίνει. Άσε που οι φίλοι, όταν άρχιζα να μιλάω για θέατρο, δεν το ήξεραν-οπότε «σε τοίχους μιλούσα». Τα παιδιά από τη Σχολή έγιναν φίλοι μου. Έκανα κατευθείαν παρέα με το Βασίλη Παπαδόπουλο. Είμασταν στο ίδιο έτος. Εκείνος από Πυλαία, εγώ από Καρδίτσα, τον άκουσα να μιλάει και λέω…»Χριστέ μου, ένας φυσιολογικός άνθρωπος»!

rejected: Πώς πρωτοέπαιξες στο «Ψύλλους στ’ αυτιά» που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Αναστασάκης;

Θ.Ρ.: Μία τη νύχτα χτύπησε το τηλέφωνο. Με είχε δει, μαζί με τη Μαρία Τσιμά, τα χρόνια της Σχολής. Μου λέει «να πάω από το γραφείο». Μόλις τελείωνα από τη Σχολή. Και μου πρότεινε. Έως τότε, δεν καταλάβαινα από το «τι μπορεί να πουν οι άλλοι» μέχρι το «πώς βουτάνε στα βαθιά». Εγώ είδα την-κατευθείαν-εμπιστοσύνη του Αναστασάκη. Με τηλέφωνο, ούτε καν ακρόαση. Μόνο μια διπλωματική, το «Mistero Buffo» που είχε πάει καλά-αυτό το εφαλτήριο είχα. Και μετά, ήμουν στο «Περιμένοντας το Γκοντό». Εγώ, ένα χρόνο πριν, στο μάθημα του Σάββα Πατσαλίδη τον άκουγα να μιλάει γι αυτό το ρόλο, στο συγκεκριμένο κείμενο του Μπέκετ, και «τώρα εγώ θα παίξω αυτό;»…Ναι-σκιάχτηκα για το πήχη που έπρεπε να θέσω εγώ! Ο πήχης μου πάντα ήταν να βάζω δυσκολίες στον εαυτό μου.

rejected: Ο Μιχάλης Σιώνας, από δάσκαλος σου στη Σχολή,  σε σκηνοθέτης του «Υπηρέτη δύο αφεντάδων»; 

Θ.Ρ.: Άρχισα να διαβάζω ένα κείμενο και στη πρώτη πρόταση με σταματάει. «Εδώ, δεν λέει αυτό. Λέει αυτό το άλλο». Κι εγώ, καταχάρηκα, λέω «ναι, επιτέλους θα διαβάσουμε χωρίς να παίζουμε». Κι έτσι βρήκαμε το πρώτο κοινό μας στοιχείο. Από εκεί και πέρα, με το Μιχάλη «άνοιξε» το εύρος μου στην καθαρότητα πάνω στην ερμηνεία. Το έντιμο. Ξέρω την βάση μου ερμηνευτικά και πώς μπορώ να την πηγαίνω παραπέρα.

rejected: Δίνεις χώρο στον έρωτα; 

Θ.Ρ.: Μια τον πιάνω τον έρωτα, μια τον αφήνω. «Ξεθυμαίνω» από θέατρο, μπαίνω σε σχέση, «ξαναφουσκώνω» «χαώνομαι». Οι απογοητεύσεις και οι περιπέτειες στον έρωτα, με ωθούν να βρίσκω τον εαυτό μου στο θέατρο. Πάλι στο θέατρο. Τελευταία, κατάλαβα ότι η «φιλοτιμία» στις σχέσεις καθημερινότητας παραήταν έντονη. Τόσο έντονη που εγώ απλά, εξυπηρετούσα τη ταμπέλα. Όχι, φτάνει! Δεν είμαι πάντα φιλότιμος! Και ας σου φάνηκε ότι «ρίχνω κλωτσιά». Δεν είναι αυτό! Είμαι σε φάση συνειδητοποίησης του χαρακτήρα μου. Λέω πια αλήθειες. Δεν κρύβω πια το πραγματικό μου «θέλω». Δεν κρύβομαι. Λίγο μεγαλώνω και με αντιμετωπίζω πιο σκωπτικά. Είμαι τόσο χαοτικός, που λησμόνησα ότι δεν είμαι πια φοιτητής και εργάζομαι ως επαγγελματίας. Εγώ ακόμη νομίζω ότι το ΣΚ θα πάω στα ΚΤΕΛ, να πάω, να φύγω για Καρδίτσα.

rejected: Ο μπαμπάς σου, ο Αγαθοκλής, πόσο «μάνατζερ» σου είναι; 

Θ.Ρ.: Πολύ! Βασικά, είναι ο άνθρωπος που πλέον του λέω «ηρέμησε!». Η μητέρα μου είναι πιο χαμηλών τόνων, αλλά ο μπαμπάς κλαίει με κάθε νέα μου συνεργασία. Συγκινήθηκε που τώρα θα είμαι το καλοκαίρι στην «Ιφιγένεια» όπου κατεβαίνω πρώτη φορά στην Επίδαυρο. Έκλαιγε όλη την ώρα! Ο μπαμπάς μου βλέπει «The Voice» και με παίρνει τηλέφωνο να μου πει ότι τώρα κατάλαβε πώς είναι να δίνεις-αντίστοιχα-εξετάσεις, σε κάτι καλλιτεχνικό. Ο πατέρας μου το ζει! Χαίρεται κάθε μου παράσταση! Δημοσιεύει στο facebook, παντού! Ενημερώνει τις εφημερίδες της Καρδίτσας για τα δικά μου καλλιτεχνικά νέα! Εγώ «φορτώνω»! «Μπαμπά, τί κάνεις; Θα μου λες τι κάνεις; Κουλ!»…Άσε που αν πω «είμαι λίγο κουρασμένος», ο μπαμπάς μου θα αναστατωθεί. Θα αρχίσει να με ρωτάει, τί έγινε, τί με απασχολεί, τρέχει κάτι με το ρόλο;…Ρε μπαμπά….εγώ πρέπει να ξεαγχωθώ, όχι εσύ να αγχώνεσαι! Πρέπει να σου γνωρίσω το ταπεραμέντο του πατέρα μου!

rejected: Ποιο στοιχείο του χαρακτήρα σου, θες να αλλάξεις;

Θ.Ρ.: Είμαι γκρινιάρης. Αλλά αυτό δεν θα αλλάξει. Γκρινιάζω με χιούμορ. Άσε που είμαι σε φάση fade in, fade out. Σαν τη τηλεόραση, πριν κάνει τζστζσ και πέσουν χιόνια κι ώρα να μετρήσεις προβατάκια. Αλλά, γκρινιάζω συνέχεια. Άμα είσαι και κολλητός μου, θα αρχίσω με stand up comedy ένα παραλήρημα χιουμουριστικής γκρίνιας-δεν φαντάζεσαι…και χαοτικός! Άστα…με ένα χαμόγελο την παλεύω. Όχι;