at a glance
Top

Αλέξανδρος Λογοθέτης

το αγόρι της οδού Στενών Πόρτας

συνέντευξη | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | πάνος γεωργίου  */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

«Πίστεψα σε μια αυταπάτη, ότι οι δικές μου προσδοκίες μπορεί να είναι και των άλλων. Ότι αυτό που θέλω, το θέλει κι ο άλλος. Ή αυτό που εγώ νόμιζα ότι θέλει ο άλλος είναι και αυτό που θέλω εγώ. Μα ήταν «το δικό του», το προσωπικό του θέλω κι εγώ θύμωσα, στεναχωρέθηκα. Μπορεί να δυσκολευτώ με ένα ρόλο, μιας και με ρωτάς. Αλλά, εμένα οι δυσκολίες δεν με αποτρέπουν. Τη θέλω τη δυσκολία μου. Αν τα πράγματα βγαίνουν πολύ εύκολα, μετά είναι λίγο βαρετά. Δίχως αυτό να σημαίνει ότι επιλέγω δύσκολες καταστάσεις, για να υποφέρω, διότι έτσι μόνο μπορώ να λειτουργήσω-όχι! Απεναντίας, μου αρέσει να «κυλάνε» τα πράγματα».  Ο Αλέξανδρος Λογοθέτης στο rejected…

rejected: Zούμε σε περίοδο καταστολής; 

Α.Λ.: Εδώ και πολλά χρόνια η Ελλάδα και ο κόσμος όλος -μπορώ να σου πω- είναι σε περίοδο καταστολής. Τα παγκόσμια, πολιτικά γεγονότα δείχνουν ότι ο κόσμος είναι σε πλήρη καταστολή. Διαφορετικές κουλτούρες λαών, διαφορετικές γεωγραφικές «συντεταγμένες» κι όμως η άνοδος του φασισμού αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο. Με τα ακροδεξιά στοιχεία να επικρατούν, ναι, αισθάνομαι ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται σε μια επικίνδυνη φάση.

rejected: Αλήθεια…υπάρχουν «ανόητα» βιβλία που θα έπρεπε ίσως και να καίγονται;

Α.Λ.: Η απάντηση είναι μονόδρομος. Κανένα βιβλίο δεν πρέπει να καίγεται. Κανένα. Και το πιο «χαζό» βιβλίο έχει κάτι να σου αφήσει ή κάτι να σου διδάξει…ακόμη και το «κοίτα, πόσο χαζό βιβλίο είναι» αποτελεί διδαχή. Η ανθρώπινη βλακεία, γιατί μάλλον γι αυτή ρωτάς, είναι μια άλλη κουβέντα. Βλέπεις, η ανθρώπινη βλακεία επιτρέπει στο άτομο να κάνει διάφορα πράγματα. Του δίνει και χώρο, δε, να κάνει πολλά πράγματα. Ζούμε την εποχή της γενικότερης βλακείας, οπότε και θα γράφονται και μερικά «βλακώδη» βιβλία. Το να καίμε τα βιβλία είναι σαν να καίμε την πνευματική ελευθερία.

Το να καίμε τα βιβλία είναι σαν να καίμε την πνευματική ελευθερία.

rejected: Λίγο πριν τα 48 σας χρόνια…

Α.Λ.: Όπα-όπα…αυτό είναι για ένα debate μεγάλο! Είμαι 48 ή 49 χρονών-δεν έχω καταλάβει; (γέλια) Είμαι γεννημένος το Δεκέμβριο του 1970, οπότε, μάλλον…κλείνω τα 48…

rejected: Έστω…μέχρι τώρα, λοιπόν, στο θέατρο κάνατε όσα θέλατε;

Α.Λ.: Στο θέατρο έκανα μόνο όσα ήθελα. Αλλά, δεν έχω κάνει όσα θα μπορούσα. Από προσωπικές επιλογές, από φόβους, από ευκολίες, από άρνηση, από ό,τι θες. Δεν ήμουν «ψηλομύτης», αλλά και δεν ήθελα να δουλέψω με κάποιους ανθρώπους.  Από μικρός μπήκα στο θέατρο και 23 χρονών είχα ήδη πάθει break down από την πολλή δουλειά. Όταν είδα τη φωτογραφία μου σε σταυρόλεξα, μετά τις «Γυναίκες», το σήριαλ του Mega και την «Ανατομία ενός εγκλήματος» στον ΑΝΤ1, μου έβαλα φρένο.

Πήγα φαντάρος, γύρισα, είπα «πάμε πάλι από την αρχή” . Επικεντρώθηκα στο θέατρο και στο σινεμά. Σταμάτησα να δουλεύω στην τηλεόραση γιατί η προχειρότητα της διαδικασίας δεν με κάλυπτε. Δούλεψα κάνοντας τις επιλογές μου, πράγμα στο οποίο βοήθησε και η διαφήμιση που από το ΄94 με συντηρούσε ουσιαστικά και μου έδινε τη δυνατότητα να λέω όχι σε πράγματα που δεν με εξέφραζαν καλλιτεχνικά. Παράλληλα είχα τη δυνατότητα να περνάω απαρατήρητος στην προσωπική  μου ζωή.

Τα τελευταία χρόνια με την κρίση και με την πτώση της διαφήμισης, με τις ανάγκες της οικογένειας, βλέπω τα πράγματα αλλιώς. Κάνω μια δουλειά και θέλω να μπορώ να ζω από αυτή. Κάνω και πράγματα που μπορεί παλιότερα να μην τα σκεφτόμουν καν. Όμως είμαι ευτυχής γιατί δεν ντρέπομαι για καμία επιλογή μου.

rejected: Γιατί επιστρέψατε από την Αγγλία;

Α.Λ.: Δεν είχα πάει να μείνω στην Αγγλία το ΄98, αλλά για να σπουδάσω.  Έφυγα για να κάνω ένα μεταπτυχιακό, για να εκπαιδευτώ όπως εγώ φανταζόμουν την εκπαίδευση στο θέατρο και όχι όπως εκπαιδεύτηκα στο Εθνικό. Γιατί αισθανόμουν ανεπαρκής  και ήθελα να εξελιχθώ. Τώρα, αν ήμουν σε εκείνη τη φάση με τη σημερινή πραγματικότητα της Ελλάδας, θαρρώ θα δοκίμαζα να μείνω. Αλλά πια δύσκολα, με το  παιδί και με αυτό τον ήλιο της Ελλάδας… δεν ξέρω αν θα έφευγα από τη χώρα. Θα ήθελα να δουλεύω βέβαια, κι εδώ κι εκεί κι αλλού. Άσε που δεν είμαι ο κλασσικός «ελληνόφατσας», όπως μου είπε και ένας Ούγγρος δάσκαλος μου… «Alexander, you ‘ve got class»… Οι Άγγλοι θέλουν να σε κατατάξουν κάπου πρώτα και μετά θα σε «διαβάσουν». Επειδή ήμουν κι έτσι κι αλλιώς, -κάτι που παρεμπιπτόντως δεν το βλέπουν στην Ελλάδα- όπου με έχουν για «αστό» κι όχι για «λαϊκό». Λες κι ο αστός δεν είναι λαϊκός ή το ανάποδο….ζούμε μέσα στα στερεότυπα στην Ελλάδα κι αυτά θα μας καταστρέψουν. Δυστυχώς, η δουλειά αυτή κυνηγάει τα στερεότυπα.

Στο θέατρο έκανα μόνο όσα ήθελα. Αλλά, δεν έχω κάνει όσα θα μπορούσα.

rejected: Ποια είναι η πρώτη σας εικόνα από το θέατρο; 

Α.Λ.: Εφηβικές μνήμες έχω…τον πατέρα μου να παίζει στο «Δελφινάριο» κι εγώ ανάμεσα στα εκατοντάδες ημίγυμνα πόδια χορευτριών, να χαζεύω με αγωνία τα κορμιά τους και να λέω όντας πιτσιρικάς «τί ωραία που είναι εδώ»….Θυμάμαι μια σκηνή, τη μερσεντές του Μαρασούλη, χρόνια πριν που δεν ήταν «εύκολα» αυτά τα αυτοκίνητα, να είμαι εγώ μέσα και να νομίζω ότι είμαι σε αεροπλάνο. Θυμάμαι τη Θεσσαλονίκη το 1981, με το «Βίκτορ-Βικτόρια» ο πατέρας μου παίζει,  και μετά σε μια ξεχασμένη τεράστια ντισκοτέκ που δεν υπάρχει πια, κι εμείς κυκλοφορούσαμε μέσα σε αυτή – δεν ήταν politically incorrect, όπως θα ήταν τώρα. Θυμάμαι σκηνικά «απείρου κάλλους» εντός…να παίζονται πορνό ή σε videowall «η Χιονάτη κι οι επτά νάνοι». Έχω τέτοιες εικόνες-όχι από το θέατρο σαν μαγεία….μου λένε ιστορίες ότι τριών χρονών φώναξα στον «Ερωτόκριτο» που σκηνοθέτησε ο Σπύρος Ευαγγελάτος, «μπαμπά, πρόσεξε από πίσω σου». Μου λένε διάφορες ιστορίες, μα δεν είναι «δικές μου». Δεν μεγάλωσα με τον πατέρα μου, και δίπλα του μάζευα σαν «σφουγγάρι».

rejected: Μου έχει κάνει εντύπωση, που έχετε πει, ότι για χάρη του πατέρα σας, ασχοληθήκατε με το θέατρο, για να είστε κοντά του…

Α.Λ.: Να το πω καλύτερα; Μέχρι τα 40 μου νόμιζα ότι «το θέατρο με διάλεξε», αλλά έγινε ένα «γκαπ» μέσα μου και τότε κατάλαβα πως, δεν είχα κοντά μου τον πατέρα μου…Οπότε, ποιός ήταν ο πιο υποσυνείδητος τρόπος να τον πλησιάσω; Η τέχνη του θεάτρου, για να είμαι πιο κοντά του, και να κατανοήσω καλύτερα τί νιώθει και πως σκέφτεται μέσα σε αυτό.

rejected: Ουσιαστικός ελληνικός κινηματογράφος, όπως τον ονειρευτήκατε επιλέγοντας αυτή τη δουλειά, μπορεί να συμβεί; Οι ελληνικές ταινίες θα είναι πάντα οι «εξαιρέσεις»; 

Α.Λ.: Ο κόσμος δεν πάει πια στο σινεμά. Έχει μπει το Netflix, η καλωδιακή τηλεόραση, τα «κατεβάσματα». Τελειώσαμε με την αίθουσα. Κόβονται όλο και πιο λίγα εισιτήρια με κάποιες εξαιρέσεις.  Ο κόσμος δεν πάει μαζικά να δει ταινία του Λάνθιμου, αλλά επιλέγει την »Πολίτικη Κουζίνα» ή την οποιαδήποτε «πολίτικη κουζίνα».  Ο κόσμος επιζητά «άρτο και θεάματα». Εκεί υπάγεται και το σινεμά.  Στο σινεμά και στο θέατρο επιβιώνει, καλώς ή κακώς, το εννοούμενο λαϊκό genre.  Να σου πω την αλήθεια μου, δεν έχω καταλάβει, γιατί στο σινεμά ο σκηνοθέτης πρέπει να είναι και ο σεναριογράφος. Αυτό είναι κάτι που βασάνισε το ελληνικό σινεμά πολλά χρόνια. Όμως, τελευταία παρατηρώ μία στροφή προς της συνεργασία σκηνοθέτη – σεναριογράφου. Βλέπω νέους ανθρώπους που ζουν στην Ελλάδα, να προσπαθούν να δημιουργήσουν μια πιο σύγχρονη γλώσσα, να αποτυπώσουν στις ταινίες τους θέματα που αφορούν όλο και περισσότερο κόσμο και ελπίζω πως με το χρόνο θα δημιουργηθεί κι ένα νέο κοινό για το ελληνικό σινεμά που θα γεμίσει τις αίθουσες.

rejected: Πώς θα έρθει ο κόσμος στην αίθουσα;

Α.Λ.: Δεν έχω ξεκάθαρη απάντηση. Έγιναν προσπάθειες να «βάλουνε» πρωταγωνιστές, όπως κάνουν στο θέατρο αλλά απέτυχαν. Δημιουργήθηκε ένα weird greek film wave μέσα από το οποίο σκηνοθέτες όπως ο Λάνθιμος έλαμψαν και άνοιξαν τα φτερά τους σε μία διεθνή καριέρα. Αλλά, το βασικό πρόβλημα για μένα, στο σινεμά είναι το σενάριο. Αυτή η ημιτελής γνώση που έχουμε απέναντι στο σενάριο, που και πάλι επικρατεί στους τυφλούς ο μονόφθαλμος. Και τα σενάρια είναι ψιλομονόφθαλμα. Πέρασα και από το Κέντρο Ελληνικού Κινηματογράφου και κατέληξα ότι δεν θα βγάλουμε ποτέ άκρη. Το ελληνικό δημόσιο είναι ένα τέρας με πολλά κεφάλια. Κόβεις ένα, βγαίνουν πέντε. Είναι βαθιά πολιτικό το πρόβλημα της Ελλάδας και σε σχέση με τη Τέχνη. Όταν προωθούνται συγκεκριμένοι άνθρωποι που είναι χρόνια στο χώρο αλλά δεν έχουν πια να πουν τίποτα, και αποκλείονται νέοι άνθρωποι με ταλέντο και ικανοί να πουν ιστορίες σύγχρονες που αφορούν τον κόσμο, καταλαβαίνεις ότι η παθογένεια δυστυχώς έχει περάσει και στο σινεμά. Για να έρθει ο κόσμος στις αίθουσες, πρέπει να διευρύνουμε τη θεματολογία μας. πρέπει να γίνονται ταινίες για όλα τα γούστα αλλά και ταινίες που να συναγωνίζονται τις ανάλογες του εξωτερικού. Όμως, χωρίς στήριξη οικονομική, δύσκολα θα γίνουν πράγματα που θα μπορούν να ανταγωνιστούν την παγκόσμια αγορά.

rejected: Γιατί στο χώρο έχετε την εικόνα του «απόμακρου» ενώ… δεν είστε διόλου;

Α.Λ.: Επιλογή μου είναι αυτή. Δεν μπορώ να είμαι παντού, πάντα και σε όλα. Δεν γίνεται να εμφανίζομαι παντού, για να γίνομαι αρεστός και αγαπητός. Είμαι αυτό που είμαι, κάνω αυτό που κάνω, έχω την οικογένεια μου, τη γυναίκα μου και το παιδί μας και δεν με νοιάζει κάτι άλλο. Θέλω να ζω από τη δουλειά μου. Αν τώρα η δουλειά μου, για να με ζήσει, θέλει να είμαι με φιόγκους και κορδέλες, να βγαίνω να χορεύω και can-can λυπάμαι δεν θα το κάνω!

 

rejected: Βιοποριστικά, το επάγγελμά σας, όπως πάει,  έχει μέλλον;

Α.Λ.: Όχι, έτσι όπως πάει. Αλλά και τί θεωρούμε μέλλον; Μέλλον για ένα ηθοποιό είναι να κάνει μία έως δύο-το πολύ-δουλειές, κι όχι 6-7 παραστάσεις τη σεζόν για να μαζέψει οικονομικά τα εντελώς απαραίτητα να ζήσει αυτός και η οικογένεια του. Μέλλον για έναν ηθοποιό είναι να έχει ένα άνοιγμα σε παραγωγές του εξωτερικού, που όλοι λένε ότι θα έρθουν, δίχως να ξέρει τον casting director ή τον παραγωγό. Μέλλον για τον ηθοποιό είναι να μειωθούμε ως «μάζα», να γίνουν αυστηρά τα κριτήρια για το τί σημαίνει να είσαι ηθοποιός. Μέλλον για τον ηθοποιό, θα ήταν η ατάκα του Βασίλη Παπαβασιλείου «λιγότεροι ηθοποιοί, καλύτερα αμειβόμενοι». Βγαίνουν συνεχώς από διάφορες Δραματικές Σχολές, αμφιβόλου προέλευσης και ποιότητας, ηθοποιοί, για να διοχετευθούν σε μια αγορά που έχει «γκώσει». Επικρατεί το ψώνιο και η φιλοδοξία, απέναντι στη δουλειά και την πραγματική ανάγκη. Το «τζάμπα» απέναντι στον επαγγελματισμό.

rejected: Στο θέατρο, από την άλλη, «μέλλον» δεν είναι το «να αρπάξουμε την επιχορήγηση, και με «μια από τα ίδια» συνθήκη, να γεμίσουμε την αίθουσα;

Α.Λ.: Δεν νομίζω ότι αυτό είναι «μέλλον». Στην εποχή που ζούμε, όλοι θα θέλαμε μια  επιχορήγηση, μια βοήθεια για να μειώσουμε την πιθανή μας χασούρα. Όμως δεν γίνεται όλοι να ζήσουμε από αυτή τη δουλειά. Υπάρχει υπερπροσφορά. Και η ζήτηση είναι πολύ μικρή αναλογικά. Απορώ πως σε μία πόλη σαν την Αθήνα μπορούν να παίζονται πάνω από 600 παραστάσεις τον χρόνο.  Με αυτή τη λογική δεν μπορούν να γεμίσουν και όλες οι αίθουσες. Κάποιοι θα χάσουν και κάποιοι θα κερδίσουν. Μία παράσταση είναι μια ζαριά. Όσοι παίζουν για να κερδίσουν, παίζουν μπάλα σε άλλα γήπεδα.   Ο πολύς ο κόσμος θα πάει να δει ένα θέαμα στο Παλλάς, στο  Badminton  στον Ελληνικό Κόσμο. Θα πάει και σε άλλα θέατρα όμως η πλειοψηφία των θεάτρων φυτοζωεί. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μία παραγωγή μικρότερη σε έκταση και βιώσιμη.

rejected: Ποιό «στραβό» σας στοιχείο βλέπετε στο Μάρκο, το γιο σας; 

Α.Λ.: Δεν ξέρω-δεν έχω πολλά στραβά-είμαι τέλειος! (γέλια) . Τα στοιχεία που μας χαρακτηρίζουν έχουν δύο όψεις. Ο Μάρκος είναι αυθόρμητος, είναι έντονος ενίοτε, είναι επίμονος, είναι πολλά. Επιλέγω να βλέπω όσο μπορώ τα θετικά του χαρακτηριστικά. Προσπαθώ να του δίνω το καλύτερο εαυτό μου κι όχι ό,τι θα τον επηρεάσει αρνητικά. Τον προστατεύω πρώτα από μένα κι όχι από τον εαυτό του. Παρόλα αυτά σίγουρα σα γονιός κάνω και λάθη αλλά έχω την τύχη να έχω μία σύντροφο που μπορεί να παρατηρεί απ΄έξω και από τον ίδιο της τον εαυτό, να βλέπει τα λάθη της και τα λάθη μου ως γονείς και με κουβέντα και ενσυναίσθηση να τα αγκαλιάζουμε και να τα διορθώνουμε.

rejected: Είναι εύκολο να κρατάς ισορροπίες για το παιδί, όταν μεγαλώνει με δυο γονείς ηθοποιούς;

Α.Λ.: Θα στο πω ανάποδα. Αφιερώσαμε κι εγώ και η γυναίκα μου, έξι χρόνια τώρα, πολύ χρόνο στο Μάρκο. Ήρθαμε πολύ κοντά οι τρεις μας. Αυτή ήταν μια ήσυχη βάση για να μην φοβηθεί το παιδί ότι θα χάσει τους γονείς του. Να μην έχει το φόβο της απώλειας. Μικροεντάσεις πάντα θα υπάρχουν, αλλά κι η γυναίκα μου κι εγώ έχουμε «συμμετοχική» συνθήκη στην ανατροφή κι όταν ο ένας δεν μπορεί, παίρνει ο άλλος τη σκυτάλη. Αγάπη, υγεία και μοίρασμα χρειάζονται για ένα παιδί. Και για αυτά προσπαθούμε.

rejected: Στο θέατρο ΠΟΡΤΑ φέτος μέχρι το Πάσχα με το «Φάρενάιτ 451» κι έπειτα θα είστε στο «Γαϊτανάκι του έρωτα»;

Α.Λ.: Ναι. Επίσημα στο «Φαρενάιτ» και μετά στο έργο του Σνίτσλερ-αν και ακόμη δεν κλείσαμε τα οικονομικά, στο δεύτερο. Το καλοκαίρι, σίγουρα, θα είμαι στην «Ορέστεια»  του Εθνικού Θεάτρου με την Ιώ Βουλγαράκη. Στον «Αγαμέμνονα» της τριλογίας, θα κάνω τον «Αίγισθο», με τον Αργύρη Ξάφη στον ομώνυμο ρόλο, τη Στεφανία Γουλιώτη «Κλυταιμνήστρα», τη Δέσποινα Κούρτη «Κασσάνδρα» και «κήρυκα» τον Δημήτρη Γεωργιάδη. Τρεις γυναίκες σκηνοθετούν τρία έργα-έχει challenge και ενδιαφέρον να συνεννοηθούν οι τρεις τους για να κάνουν μια «κοινή» παράσταση. Αυτό είναι το στοίχημα, όχι επειδή είναι γυναίκες, το ρήμα «συνεννοηθείτε» είναι το «στοίχημα». Δεν θα ΄ναι όμως, ωραίο το στοίχημα, αν κερδηθεί;

rejected: Πού βρήκατε γαλήνη, τελευταία; 

Α.Λ.: Στη Κρήτη. Μη ξεχνάμε βέβαια, τη γαλήνη που καθημερινά μου παρέχει η σχέση με τη γυναίκα μου και το γιο μου. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Από την άλλη, το νησί είναι το νησί μου. Εκεί θέλω να περάσω την υπόλοιπη  ζωή μου. Έχω ένα οικογενειακό σπίτι και βολεύει. Γαλήνη για μένα είναι οι άνθρωποι μου και η φύση. Δεν μπορώ άλλο τη «φασαρία», το «ξενύχτι»…δεν έχω πια επιθυμίες τύπου «να βγω, να με δουν». Είμαι ήσυχος άνθρωπος. Δεν με ενδιαφέρει να είμαι παντού, θέλω να είμαι σε ένα μέρος με ανθρώπους που αγαπώ και με αγαπούν και να είμαι καλά.