at a glance
Top

Η φωλιασμένη…

κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

Μια ιστορία μικρή

Δεν τη βγάλαμε ποτέ από τη θέση της. Δεν την ξεφωλιάσαμε. Στέκονταν ήσυχη ανάμεσα στα δυο ποδαρικά του τραπεζιού. Δε σάλευε. Εκεί, σε μια ειρηνική κατάσταση. Σε μια κατάσταση τόσο απραξίας, όσο και πλήρους ενσυνείδητης υποταγής. Και από την άλλη, αν μπορούσε να πει δυο λόγια, ίσως να μας ζητούσε μια τελευταία χάρη. Να της δώσουμε μιαν ευκαιρία να πάρει μια ακόμη λεύτερη ανάσα, λίγο κάθετο φως , μιαν εικόνα από το καθιστικό που χρόνια ‘ζούσε’.

Η καρέκλα του μπαμπά. Ξύλινη. Η μόνη διαφορετική απ’ όλη την τραπεζαρία. Άλλαξαν όλες εκτός από αυτή. Ο μπαμπάς ήτανε απόλυτος σ’ αυτό. Δε χρειάστηκαν πολλά λόγια για να μας πείσει. Γκρεμίστε το. Αλλάξτε τα όλα. Κουβέντα δε θα σας πω. Η καρέκλα μου όμως, θα μείνει εδώ, είχε δηλώσει ήρεμα. Η έδρα της, είχε πάρει το σχήμα του πισινού του. Ποτέ δε δέχτηκε να βάλει κάποιο μαξιλαράκι. Έτσι του άρεσε. Και πέρναγε όλη του τη μέρα εκεί. Δίπλα στο ραδιόφωνο, πλάτη στην τηλεόραση-ποτέ του δεν την άνοιγε-, με τα βιβλία του, την εφημερίδα του, ’’Αυγή’’. Τις Κυριακές ‘’Ριζοσπάστη’’… Όλη του τη ζωή, από τη σύνταξή του κι εδώ.

Τα πρωινά, κοντά στις έξι, είχε ήδη σηκωθεί, είχε φτιάξει τον καφέ του και περίμενε την κυρά Όλγα του να ΄ρθει κι αυτή. Εκείνη πάλι, είχε άλλο πρόγραμμα. Ξύπναγε στις εφτάμιση – για μεροκάματο θα πάμε και σκώνεσαι άγρια χαράματα, βρε  χριστιανέ μου;- κι άναβε τη φωτιά να πιούνε κι έναν μαζί. Πάντα στην καρέκλα του, ο μπαμπάς. Μέχρι το βράδυ, εκεί. Πολλές φορές τα μεσημέρια, βάιζε ολόκληρος προς το τραπέζι, σα να κοιμόταν η ψυχή του, μα δεν έλεγε να πλαγιάσει. Όσα χρόνια έχασα εδώ κι εκεί, θα τους τα πάρω ξύπνιος πίσω, έλεγε. Έβαζε, το λοιπόν, έναν τρίτο στο καφόμπρικο και στέκονταν ορθός. Το μάτι του μεγάλωνε, διαστέλλονταν η κόρη, κι έφτανε έτσι μέχρι το βαρύ σκοτείνιασμα.

Με τη μαμά γνωρίστηκαν στα βουνά. Εκεί παντρεύτηκαν. Σε ένα ξέφωτο στο Βίτσι. Γύρω τους λέει, σωρός λεβέντες και λεβέντισσες που τραγουδούσαν αντάρτικα τραγούδια, που τους έραναν  πέταλα από αγριολούλουδα στα κεφάλια τους , που είχανε φτιάξει στέφανα από ανθισμένες μυρτιές και που απ’ τα φύλλα τους μέσα, πέρναγαν οι μεσημεριάτικες ακτίνες του Μάη και τους δωρίζανε για το γάμο τους ενέργεια. Ο ήλιος, το μόνο πρόσφορο. Μοσχοβολούσαν τα βλέμματα των συντρόφων και μια αγάπη καμπύλωνε καθώς αιωρούνταν πάνω τους το γαλάζιο του Βιτσίου. Εκείνο το βράδυ, κλέψανε ο καθένας τους απ’ ένα αστέρι. Το βάλανε λέει, μέσα στις χούφτες τους και το ‘τριψαν πάνω στο μέρος της καρδιάς τους. Πιο θέρμη ξέβραζε η καρδιά τους. Τίποτα πιο καυτό από το μέσα τους. Τόσο πολύ πιστεύανε στον αγώνα τους. Θα ξημέρωνε στις ψυχές του ένα κατακόκκινο ’49, λέγανε… μα αλλιώς κοκκίνισε εκείνο. Κάνανε όνειρα…

Η μαμά λίγο πάνω απ’ τα είκοσι κι εκείνος λίγο πριν τα σαράντα. Είχε βγει στα βουνά απ’ τον κατοχικό, από έναν μάταιο έρωτα, από έναν αρραβώνα που δεν του φόρεσε ποτέ του μια βέρα στον δεξί παράμεσο, γιατί η καλή του πρόλαβε και σκοτώθηκε νωρίς από ένα βόλι, δέκα δρασκελιές όξω απ’ το πατρικό της. Κι έγινε εκείνος λύκος και βουνό!

Τα μεσημέρια, ο μπαμπάς, λίγο πριν το φαγητό, αποχωρίζονταν για δευτερόλεπτα την καρέκλα του. Κι ενώ η μάνα είχε στρώσει, είχε ετοιμάσει τα πάντα μόνη της κι ετοιμαζόταν να σερβίρει, εκείνος πήγαινε κι τράβαγε απαλά την καρέκλα τη δική της για να κάτσει. Με σοβαρότητα, σεβασμό κι αγάπη. Κάτσε, μικρή μου κυρά! Πολύ το απολάμβανε η μάνα μου αυτό. Του χαμογελούσε, έκανε μια ρηχή υπόκλιση και κάθονταν. Κυρία! Έπειτα ο μπαμπάς θα έκοβε το καρβέλι με τα χέρια –ποτέ του με μαχαίρι- στα τέσσερα, και μας το μοίραζε. Τις Κυριακές έβαζε και λίγο κόκκινο κρασί στα ποτήρια τους κι άφηνε τον κρατικό να παίζει. Κατά καιρούς τραγούδαγε μαζί με τη μαμά και πού και πού την σήκωνε- εκείνη πάντα έκανε πως δεν ήθελε κι εκείνος πάντα την τουμπάριζε μ’ ένα φιλί στο χέρι- και την χόρευε σ’ ένα αυτοσχέδιο βαλς και σε δικούς του στίχους που έβγαζε στη στιγμή, για να υμνήσει την αγάπη τους. Αχ μωρέ, πώς δε συγκράτησα κανέναν! Αν είχε κέφια τις Κυριακές, άνοιγε τα παραθυρόφυλλα κι άναβε και τσιγάρο. Δυο απανωτά φουμάριζε… κι έπειτα μας συμβούλευε να μην το βάλουμε στο στόμα μας ποτέ. Μην κοιτάτε εμένα, ‘γω πέρασα πολλά. ‘Γω είμαι άλλο.

Τον βρήκαμε πριν χρόνια στην καρέκλα του. Ακουμπισμένο το κεφάλι πάνω στον αγκώνα του. Στηριγμένος στο τραπέζι. Αφημένος… Το βιβλίο του ανοιγμένο στην πενήντα οκτώ σελίδα. Μέρες ολόκληρες έπειτα, διάβαζα τούτο το βιβλίο μέχρι εκείνη τη σελίδα. Ξανά και ξανά. Σα να μην είχα δικαίωμα να πάω παρακάτω. Σα να μην έπρεπε ούτε ‘γώ να ξέρω την συνέχεια. Να ξέρω εγώ τι έγινε και όχι αυτός;!; Μου δημιουργούσε μιαν ενοχή… Όχι όχι, αυτό το βιβλίο τελείωνε εκεί. Στην πενήντα οκτώ σελίδα. Την ατσαλάκωτη. Την ατσάκιστη σελίδα, γιατί έλεγε πως δήθεν, αν διπλώνεις τις σελίδες κλέβεις κάτι από την αξιοπρέπεια του βιβλίου. Είχε λοιπόν το βιβλίο, κάπως περίεργο τέλος, απότομο, δυσνόητο  και παράδοξο… Αλλά έτσι τελείωνε- τί να κάνουμε- μου ψιθύριζα. Έτσι του λέω ακόμη και τώρα, στο μνήμα. Εκεί τελειώνει μπαμπά. Στην πενήντα οκτώ!

Ήταν το ‘’Δέκα’’ του Καραγάτση.

Τα γυαλιά του ακόμη τα φορούσε. Λίγα ψίχουλα αναπαύονταν δίπλα του, βουβή παρέα του και μια λευκή χαρτοπετσέτα όπου κράταγε καθημερινά κάποιες κρυφές του σημειώσεις. Κι εκείνες βουβές. Και η βέρα που κάνανε χρόνια μετά τον γάμο τους- όταν τον βγάλανε και από την φυλακή, το ’55- σφιγμένη στη μια του παλάμη μέσα.

Από τότε δεν την πειράξαμε την καρέκλα του. Έμενε φωλιασμένη κάτω από το τραπέζι. Η μάνα μας, σκούπιζε από κάτω της, σφουγγάριζε μα δεν την άγγιζε. Ούτε λόγος να κάτσει κάποιος εκεί. Ήταν η θέση του μπαμπά αυτή. Η καρέκλα του.

Όταν μετά από κάμποσα χρόνια μας άφησε και η μαμά, το σπίτι ερήμωσε. Τις Κυριακές πηγαίνω και του ανοίγω τα παράθυρα να πάρει λίγο αέρα. Κάθομαι στη θέση μου, βάζω τέσσερα ποτήρια κρασί, κι ένα για τον συγχωρεμένο τον αδερφό μου ντε, και πίνω κυκλικά και από τα τέσσερα. Δεν υπάρχουν πια ευχές. Ξοδεύτηκαν. Τί να πω, αναρωτιέμαι. Στην υγειά μας; Έπειτα ανάβω τσιγάρο. Ανάβω κι ένα για ‘κείνον και τ’ αφήνω να σιγοκαεί. Διαβάζω το ‘’Δέκα’’ μέχρι την πενήντα οκτώ… και φεύγω. Άλλες κλαμένος, άλλες όχι.

Της Κυριακής τα βράδια, με βάζω σε μια περίεργη διαδικασία. Να ονειρευτώ συγκεκριμένα πράγματα. Με κατευθύνω. Κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι το αδειανό μου πατρικό. Ύστερα του βάζω μουσική. Ένα βαλσάκι ας πούμε. Πρώτα ξεφωλιάζω την καρέκλα του μπαμπά. Τον φαντάζομαι να πηγαίνει στη μαμά. Τραβάω και της μαμάς την καρέκλα. Στρέφω ελαφρώς τη δική μου και του αδερφού μου προς αυτούς. Χορεύουν πια. Πιάνω το χέρι του αδερφού μου, το σφίγγω… του χαμογελώ. Γυρνάμε κι οι δυο και καμαρώνουμε τους γονείς μας καθώς στροβιλίζονται στο χώρο. Έπειτα με πιάνει καλά ο ύπνος.

Λέω να πάω να τραβήξω κάτω από το τραπέζι τις καρέκλες τους. Ας μείνουν έτσι ανοιχτές, μωρέ…  Τι στην ευχή! Να μη ζορίζονται κάθε τρεις και λίγο στις νύχτες. Να τις κουβαλάνε μονάχοι, γέροι άνθρωποι. Μέσα-έξω, μέσα-έξω… Να τις ξεφωλιάσω. Θα χαρούν, τι λες;

Θα πάω. Αύριο πρωί πρωί, θα πάω. Αύριο όμως, ε; Αύριο!

Κι ονοματίζω χρόνια τώρα, τις Δευτέρες… Κυριακές.