at a glance
Top

Η πρώτη φορά

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου  */* επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης

Λέγε με χάος να τελειώνουμε

Ήθελα να τα δώσω και να τα πάρω όλα. Σαν να μην υπάρχει αύριο. Κορμί, ψυχή, μυαλό, ξέρεις, να τα ρημάξω όλα. Ήταν η πρώτη φορά κι ήταν τρομακτικό, με γοήτευσε εκείνη η ευαλωτότητα η άγνωστη σ’ εμένα. Με κατάπιε η ανάγκη της λαχτάρας μα ύστερα μ’ έφτυσε κάπου στη μέση ενός άγνωστου χωροχρόνου να ψάχνω τον εαυτό μου. Ποιος ξέρει πού τον παράτησα όσο κυνηγούσα το πρωτόγνωρο πάθος μου.

Προσπαθώ να θυμηθώ το πριν. Εμένα πριν, τις κινήσεις μου πριν, το καθαρό μου μυαλό πριν, την όρεξή μου πριν, τον κυνισμό μου πριν, την αδιαφορία μου πριν. Με λίγα λόγια τον παλιό κακό μου εαυτό. Πριν. Θυμάσαι εκείνο το «τέρας» που δεν πρόλαβες να γνωρίσεις; Το θέλω πίσω. Το βλέπω μπροστά μου να με χλευάζει μα είναι σαν να μας χωρίζει ένα παγωμένο άτρωτο γυαλί. Κι όλο πέφτω πάνω του και παγώνει το μέσα μου και πονάω.

Καθώς έτρεχα τότε με τα χίλια, κάπου σ’ εκείνη την ξέφρενη διαδρομή, πετάχτηκε μπροστά μου Ε-κείνος. Είχα χρόνο να τον αποφύγω αλλά εγώ είπα ναι στην ολέθρια μετωπική μας σύγκρουση κι επέλεξα την καταστροφή μου. Γιατί έχω φύλακα δαίμονα εγώ. Γιατί πάντα με έλκυε το άγνωστο, το επικίνδυνο, ό,τι μέσα του κουβαλάει φωτιές, έτσι, να έχω να παίζω. Τα δικά μου «ναι» ποτέ δεν ήταν εκ του ασφαλούς, έλεγα. Άσχετα που στο τέλος την έβγαζα πάντα καθαρή. Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι γλίτωνα επειδή τελικά ως τότε δεν τα εννοούσα. Το πάντα όμως είναι πλασματικό όπως και το ποτέ.

Κάποια στιγμή θα συνέβαινε. Συνέβη. Ένα πρόσωπο, ένα όνομα, στάθηκε κατάρα κι ευχή να με γνωρίσω κι έτσι. Χωρίστηκε η ζωή μου σε προ και μετά (όπου «Χ» για τους πιστούς βάλε εσύ το αρχικό σου).

Ήμουν ικανή να προδώσω και τη σκιά μου για μια φυγή, για μια περιπέτεια, για ένα δράμα, για την έμπνευση μιας στιγμής. Δε με παρεξηγούσε. Ήξερε. Είτε έτσι είτε αλλιώς μαζί καταλήγαμε στο τέλος, εγώ σκοτάδι κι εκείνη φως. Όταν όμως την πρόδωσα για ένα φιλί τρόμαξε που άκουσε την καρδιά μου να χτυπάει έτσι για πρώτη φορά. Με παράτησε κι έφυγε για να μην την παρατήσω πρώτη εγώ.

Αγάπησα όλα όσα δεν κατάλαβα. Όσα ειπώθηκαν μα και όσα εννοήθηκαν. Ψέματα κι αλήθειες που δεν κατάφερα να διαχωρίσω μέσα μου. Το κάτω κείμενο των βλεμμάτων. Τα «άλλο θέλω να πω» στις φράσεις που είχαν στόχο μόνο να πληγώσουν.

Αγάπησα το κομμάτι του εαυτού μου που σε άφησε να πιστεύεις ότι θα είμαι (πλασματικά) πάντα εκεί για σένα. Κι εκείνο το άλλο που πίστεψε ότι θα είσαι για μένα (πλασματικά) πάντα αυτή η τεράστια ζεστή αγκαλιά που αναβίωνε ξανά και ξανά την πρώτη μας. Τότε που το χέρι μου σκάλωσε και δεν μπορούσα να ξεκολλήσω από πάνω σου, θυμάσαι; Χαμογέλα, έτσι κάνω κι εγώ όταν θυμάμαι.

Κι όταν χαμογελάω πονάω πιο πολύ. Μια τόσο οικεία πρώτη αγκαλιά, που λες, σαν να σε ήξερα από κάποτε κι έπρεπε να βρίσκομαι μέσα της εδώ και καιρό. Μια αγκαλιά-έκρηξη. Φτιαγμένη για να σε πετάει ψηλά λίγο πριν σε προσγειώσει σε πτώση ελεύθερη και γίνεις ένα με το χώμα.

Ή εσύ ή εγώ ή κι οι δύο έπρεπε ν’ ακούσουμε τις σχιζοφρενικές φωνές μέσα στο κεφάλι μου που με ενοχλούσαν όσο φώναζαν «φύγε» στην αρχή και τις έπνιξα. Υπήρξα ψεύτρα. Αυτό ήταν το νόημα. Να παραμείνω ψεύτρα. Μόνο που κατέληξα να λέω ψέματα στον εαυτό μου και πια να τον πείσω για τι; Αγάπησες ένα όνειρο, μου λέω, πάρε το απόφαση να ησυχάσουμε. Πάμε παρακάτω.

Πάμε παρακάτω. Όμως πού; Να σε πάρω να φύγουμε ήθελα. Και κάπως έτσι επιτέλους μπορώ πια να λέω ότι ένιωσα. Για πρώτη φορά.