at a glance
Top

Γιάννης Καλαβριανός

συνέντευξη | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

συντονιστής συναισθήματος

«Το θέατρο είναι μια δουλειά όπου τίποτα δεν σου εγγυάται την συνέχειά της. Ένας δικηγόρος που θα κερδίσει κάποιες υποθέσεις, μετά θα του έρθουν κι άλλες. Ένας ηθοποιός που θα κάνει ωραίους ρόλους, τίποτα δεν του εγγυάται ότι του χρόνου θα έχει δουλειά. Το ίδιο ισχύει και με τους σκηνοθέτες. Υπάρχει μία τρέχουσα αντίληψη στην αγορά, δήθεν εμπορική, που για μένα είναι η μεγαλύτερη έκφραση επαρχιωτισμού, ότι «τώρα αυτό πουλάει”. Λες και υπάρχει ένα χρηματιστήριο ονομάτων στο ελληνικό θέατρο, τόσο γρήγορο, που τη μία χρονιά «δεν είσαι τίποτα” και την επόμενη σαρώνεις τα βραβεία και έχεις 15 προτάσεις. Αυτά δεν είναι φυσιολογικά πράγματα. Το θέατρο είναι μια δουλειά πολύ μεγάλης πορείας. Αυτήν την πολυτέλεια θέλω να έχω. Την σταθερή πορεία του να έχω δουλειά και να την κάνω με τους όρους που θέλω”. Ο Γιάννης Καλαβριανός στο rejected…

rejected: Τα ύψη σε φοβίζουν, όποια κι αν είναι αυτά;

Γ.Κ.: Μεγαλώνοντας αποκτώ φοβίες που δεν είχα νεότερος. Τώρα αρχίζω να ψιλοφοβάμαι στα αεροπλάνα, όταν βγαίνω σε μπαλκόνια, «θεματάκια” που ποτέ δεν είχα.

rejected: Γιατί τώρα πια να συμβαίνει; Πού το αποδίδεις;

Γ.Κ.: Μάλλον φεύγει η φόρα της πρώτης νιότης κι αρχίζεις, ασυνείδητα, να λειτουργείς σε κάποιες εξελίξεις. Έχω τις φοβίες ανθρώπων που έχουν παιδιά, δίχως εγώ να έχω. Αλλά, με τα προβλήματά σου προχωράς. Δεν αλλάζεις χαρακτήρα, αλλά η «απόφαση” είναι η πρώτη κίνηση. Ό,τι αποφάσισες βέβαια, δεν σημαίνει ότι φέρνει εύκολα τα επόμενα «βήματα”. Απλά, αποφάσισες να μην «κάτσεις σπίτι σου”. Κι αφού βγήκες από το «σπίτι”, τότε αρχίζουν τα «ζητήματα”.

Πολλές φορές, "τρώμε" περισσότερο χρόνο σε αυτά που δεν "κουμπώνουν", παρά σε αυτά που "τρέχουν"

rejected: «Η εκδίκηση είναι ένα μαχαίρι χωρίς λαβή. Κι αυτός που το κρατάει μπορεί να κοπεί περισσότερο από αυτόν που κυνηγάει”, είναι μια φράση από τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη”. Πού και γιατί εκδικήθηκες τελευταία και ουσιαστικά λαβώθηκες εσύ;

Γ.Κ.: «Έφαγα” πολλά χρόνια, προσπαθώντας να με παραδεχτούν άνθρωποι που δεν με παραδέχονταν. Κάνω μια δουλειά, που δεν φτιάχνεις κάτι συγκεκριμένο, όπως το να κατασκευάσεις ένα τασάκι, και να πρέπει να είναι ένα καλό τασάκι… φτιάχνεις μια πρόταση συντονισμού συναισθήματος. Κάποιοι άνθρωποι «συντονίζονται” και λένε «α, ωραία δουλειά φτιάχνεις”. Κάποιοι άλλοι δεν «συντονίζονται” και λένε «αυτό που κάνεις δεν με αφορά”. Αυτό στην αρχή με ενοχλούσε. Απορούσα, γιατί να μην τους αφορά. Εγώ έκανα το καλύτερο δυνατό που μπορούσα -άφησα πίσω μου όλη μου τη ζωή για να προσπαθώ γι’ αυτό-«γιατί δεν με παραδέχονται;”. Και ανθρώπους που εκτιμούσα. Συνειδητοποίησα ότι εκεί ήταν σαν να προσπαθώ να πάρω μια «εκδίκηση”, αποδεικνύοντάς τους ότι κάνω λάθος. Ότι αξίζω της προσοχής τους. Έγινε με τα χρόνια, αλλά αισθανόμουν έλλειμμα. «Γιατί δεν αγαπάτε τη δουλειά μου, ενώ εγώ αγαπάω τη δικιά σας”; Κι έτσι, έφαγα χρόνο. «Τρώμε χρόνο” σε έρωτες που δεν κουμπώνουν εκείνη τη στιγμή. «Τρώμε χρόνο” σε φιλίες που μπορεί να φθάρθηκαν. Πολλές φορές, «τρώμε” περισσότερο χρόνο σε αυτά που δεν «κουμπώνουν”, παρά σε αυτά που «τρέχουν”. Κι ίσως είναι λάθος… Διότι, στη ζωή σου, ταυτόχρονα «τρέχουν” και πενήντα διαφορετικά πράγματα. Και λες… «γιατί δεν αφιερώνω το χρόνο σε αυτά που λειτουργούν;”

rejected: Το να αφήσεις την «safe” συνθήκη της Ιατρικής Σχολής, προερχόμενος από οικογένεια με επιχείρηση ζαχαροπλαστείου-να τινάζεις όλα τα «ασφαλή” στον αέρα και να επιλέγεις να ασχοληθείς με το θέατρο, σε έκανε να θες την άμεση αποδοχή;

Γ.Κ.: Όχι, όχι, δεν ήθελα την άμεση αποδοχή, αλλά την απλή. Και στην Ιατρική το είχα αυτό. Ήθελα να με παραδέχονται. Να μου το πούνε. Μπορεί η οικογένεια να με ώθησε σε ένα τέτοιο τρόπο σκέψης. Οι γονείς μας μεγάλωσαν την αδερφή μου και εμένα, με τρόπο «μην τυχόν και πάρουν τα μυαλά μας αέρα”. Οι γονείς μου ποτέ δεν μας υποτίμησαν, αλλά και δεν μας έλεγαν πόσο όμορφοι, έξυπνοι, ταλαντούχοι είμαστε. Το να περάσεις στην Ιατρική, να αριστεύσεις, μου το πέρασαν ως κάτι σχεδόν απλό, που μπορεί να συμβαίνει. Ίσως είχα ένα έλλειμμα επιβεβαίωσης ότι αυτά τα κάνουνε όλοι. Όχι, δεν τα κάνουν όλοι. Για παράδειγμα, δούλευα στο ζαχαροπλαστείο, ταυτόχρονα ήμουν στο έκτο έτος της Ιατρικής, και κάποια στιγμή-στις εξετάσεις-είπα «δεν μπορώ αυτό το διάστημα να έρχομαι στο ζαχαροπλαστείο, πρέπει να τελειώσω με τις εξετάσεις” και η μητέρα μου απαντά «καλά, ο μοναδικός είσαι που τελειώνει την Ιατρική;”… Αυτό το «αφού τα καταφέρνεις, τι θες τώρα;”, μάλλον με παίδεψε… Όταν γίνονται κάποια πράγματα, ναι-μην μου τα διογκώνεις στο μυαλό-αλλά, μην τα εξαφανίσουμε κιόλας ότι συμβαίνουν.

Με συγκινεί η ειλικρίνεια. Το μη φίλτρο.

rejected: «Η καλή ψυχή ομορφαίνει τον άνθρωπο, όχι το χρώμα των ματιών”. Πού συναντάς ομορφιά στις μέρες μας;

Γ.Κ.: Με συγκινεί η ειλικρίνεια. Το μη φίλτρο. Μια επαφή δίχως από πίσω πενήντα σκέψεις. Ένας τέτοιος άνθρωπος, εξ αρχής, μου φαίνεται όμορφος. Ότι έρχεται με αυτό που είναι. Αυτό θέλει κότσια-να μην κουβαλάς όλα σου τα ζητήματα και βέβαια να μην αποσκοπείς σε κάτι άλλο. Όμορφοι άνθρωποι, για μένα, είναι όσοι έχουν χιούμορ. Το να μπορείς να έχεις αυτή τη λεπτή απόχρωση στη ζωή και στον τρόπο που αντιμετωπίζεις το καθετί, είναι ελκυστικό.

rejected: Πριν δέκα μέρες, μιλούσαμε στο τηλέφωνο, την ώρα που ανέβαινες την Εθνική Οδό, για να έρθεις Θεσσαλονίκη από Αθήνα, για τις πρόβες λίγο πριν την έναρξη της δεύτερης σεζόν για τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη”. Τι συναισθήματα σε κυρίευαν, όσο ξαναερχόσουν στην πατρίδα, για αυτή τη δεύτερη φορά, μετά την επιτυχία της περασμένης άνοιξης, που ξανάνοιξε και ο δεύτερος εξώστης.

Γ.Κ.: Χάρηκα πολύ με την επιτυχία της παράστασης «Ανεμοδαρμένα Ύψη”. Και χάρηκα, γιατί πρωτοέφυγα από την Θεσσαλονίκη, όταν δεν είχα δουλειά. Γύρισα για να κάνω μια σκηνοθεσία στην «Πειραματική” κι έπειτα δεν μου πρότεινε τίποτα-κανείς. Ήθελα να πάει καλά, γιατί είχα κάνει μεγάλο κόπο. Για την μετάφραση και τη διασκευή στα «Ανεμοδαρμένα Ύψη” έφαγα ενάμιση χρόνο από τη ζωή μου. Επίσης, από το Κρατικό δεν μου «φόρεσαν” κόσμο στο θίασο, με άφησαν να κάνω ό,τι θέλω, έφερα τους συντελεστές που ήθελα. Πρότεινα σκηνογράφο από το Λονδίνο, τον έφεραν, τον πλήρωσαν. Τον Άγγελο Τριανταφύλλου στη μουσική, την Αλεξία Μπεζίκη βοηθό μου. Ήταν σαν να μου τα έδωσαν όλα και εφόσον δουλεύω όσο μπορώ, θέλω να κολλήσει. Και κόλλησε. Κι αυτό δεν ήταν αυτονόητο. Το θέατρο είναι ρευστό πράγμα. Οι άνθρωποι του Κρατικού με εμπιστεύθηκαν δίχως να τους δώσω ούτε μια σελίδα διασκευής, όταν τους πρότεινα το έργο. Ο Αναστάσακης μου είπε το «πάμε” και ήθελα αυτή η εμπιστοσύνη να φέρει επιτυχία. Δεν έκανα μέσα μου πάρτι επιτυχίας, αλλά ερχόμουν στις παραστάσεις για να κάνω έπειτα κάποιες παρατηρήσεις. Την επιτυχία την λειτουργώ μέσα μου με κανονικότητα. Ανεβαίνοντας στη Θεσσαλονίκη, μαζί με μια φίλη μου-φίλη είκοσι χρόνια- την ηθοποιό Δέσποινα Γιαννοπούλου παρέα, που το τελευταίο καιρό δεν είχαμε βρεθεί και έπρεπε ζητήματα να λύσουμε-να ξεκαθαρίσουν κάποιες χαζές παρεξηγήσεις, το ταξίδι προς τα πάνω «έφυγε νεράκι”.

rejected: Η Έφη Σταμούλη πρωταγωνιστεί στα «Ανεμοδαρμένα Ύψη” που σκηνοθέτησες. Πώς είναι να καθοδηγείς την δασκάλα σου;

Γ.Κ.: Όταν δουλεύεις, δεν το σκέφτεσαι. Όταν θα της κάνω μια παρατήρηση, δεν θα σκεφτώ ότι την γνωρίζω από το 1995 που μπήκα στο Εργαστήρι. Είμαστε φίλοι στη ζωή. Όταν έκανα μια παρατήρηση δεν είχα στο μυαλό μου ότι είναι η Έφη Σταμούλη κι έπειτα αναρωτιόμουν «μήπως ήμουν λίγο απότομος;”… Όταν ξέρεις ότι αυτός που συνεργάζεσαι «έχει υλικό”, του λες στη πρόβα «κάναμε μια βλακεία, πάμε να κάνουμε κάτι άλλο;”. Όταν πιστεύεις ότι ο άλλος μπορεί να κάνει κάτι άλλο. Έτσι ήμουν μαζί της! «Έφη σούπερ”, «Έφη χάλια, πάμε τώρα για κάτι άλλο”… Κι η ίδια έμπαινε σε αυτή τη λογική. Εκτιμώ την Έφη Σταμούλη. Η στάση της στην πρόβα ήταν ένας πήχης, εκεί όπου πρέπει όλοι οι ηθοποιοί να βρίσκονται. Η Έφη είναι παράδειγμα για τους νεότερους ηθοποιούς, όταν ως παλαιότερη έρχεται στην ώρα της, ξέρει τα λόγια της και δεν κάνει βλακείες. Είναι σαν να σου λέει «παιδιά, δεν μας παίρνει”. Πόσο μάλλον που η Έφη έχει και οικογένεια, πανεπιστήμιο και χίλιες δουλειές. Η Έφη λειτουργούσε ως πήχης για το από εκεί και πάνω να πάνε όλα. Της το οφείλω.

Πέρα από την εκπαίδευση του καθενός και την αισθητική, το θέμα είναι ο τρόπος προσέγγισης στη δουλειά

rejected: Στο θέατρο λειτουργείς αρκετά με σταθερούς συνεργάτες. Ένας εξ αυτών είναι ο Γιώργος Γλάστρας. Τι πρεσβεύει ο Γιώργος, σε θέατρο και ζωή και έχεις μαζί του αυτή τη πιστή συνεργασία στα χρόνια;

Γ.Κ.: Θεωρώ ότι ο Γιώργος Γλάστρας είναι της γενιάς του, ο πιο καλλιεργημένος ηθοποιός. Πέρα από το πόσο σπουδαίος ή όχι ηθοποιός είναι, το ζήτημα καλλιέργειας με συγκινεί στο Γιώργο. Αυτό το εκλεπτυσμένο που έχει, αυτή τη στάση του στην Τέχνη. Με τον Γιώργο είμαστε φίλοι-κολλητοί πολλά χρόνια. Ο Γιώργος Γλάστρας ξέρω ότι δουλεύει-σχεδόν κουραστικά για τον ίδιο- και πριν ξεκινήσουν οι πρόβες. Όταν έκανε πρόβες για τον «Περικλή” του Σαίξπηρ με τον Χουβαρδά τον κορόιδευα ότι «δεν μπορείς και να διαβάζεις για την ελισσαβετιανή περίοδο, για το πως ήταν τα σπίτια φτιαγμένα. Δεν χρειάζεται να ξέρεις και πώς είναι η γειτόνισσα του Σαίξπηρ”. Ο Γλάστρας τα ξέρει και αυτά. Εξού κι όταν ο Γλάστρας έρχεται στην πρόβα, δεν «κουβαλάει” τις ατάκες του, αλλά έναν «ολόκληρο κόσμο” πίσω από τις ατάκες, «κόσμο” που εμένα με πείθει. Είναι άψογος επαγγελματίας με όλους και δεν έχει κάνει «χαζοεξώφυλλα” περιοδικών. Είναι ευτυχής γνωρίζοντας ότι κάνει μια δουλειά με αξιοπρέπεια κι όποιος το κατάλαβε, έχει καλώς. Πέρα από την εκπαίδευση του καθενός και την αισθητική, το θέμα είναι ο τρόπος προσέγγισης στη δουλειά. Αυτό εκτιμώ και στο Γιώργο και σε όσους σταθερά επιλέγω ως συνεργάτες. Και λειτουργούμε ισότιμα στη δουλειά. Τώρα, με τη νέα παράσταση που ετοιμάζουμε τη «Γρανάδα” στην Αθήνα, στείλαμε ένα δελτίο Τύπου που αλφαβητικά καταγράφηκαν οι ηθοποιοί… Διαμαντής Αδαμαντίδης, Γιώργος Γλάστρας, Φιλαρέτη Κομνηνού, Αλεξία Μπεζίκη, Στέφη Πουλοπούλου, Έφη Σταμούλη . Είμαστε καλλιτέχνες που δεν ασχολούμαστε με μαρκίζες και χαζοανασφάλειες.

rejected: Ποια είναι η «Γρανάδα”;

Γ.Κ.: Η «Γρανάδα” είναι το καινούργιο μου έργο, που θα έχει πρεμιέρα 31 Ιανουαρίου, στο ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΕΑΤΡΟ, στην Αθήνα, και αν όλα πάνε καλά, θέλω να ανεβούμε και Θεσσαλονίκη. Η «Γρανάδα” είναι το ταξίδι που έγινε από τους ήρωες του έργου και τους σημάδεψε. Υπάρχει μια παροιμία που λέει «η πιο μεγάλη δυστυχία στο κόσμο είναι να είσαι τυφλός στη Γρανάδα”. «Γρανάδα” είναι η πόλη της απόλυτης ομορφιάς. «Γρανάδα” είναι κι ένας αστερισμός που κάνει πολύ αργή περιστροφή γύρω από τον εαυτό του. Η οικογένεια της παράστασης, δεν έχει διαχειριστεί το ζήτημα της απώλειας. Οπότε, περνάνε μεγάλες περίοδοι πολύ αργών αλλαγών στη ζωή των μελών της. Όπως αργεί αυτό το αστέρι να περιστραφεί, έτσι και η οικογένεια ζει για οχτώ χρόνια σε μια συνθήκη που δεν είναι υγιής. «Γρανάδα” είναι και τόπος ουτοπίας, όπου οι άνθρωποι εκεί όμορφα αισθάνθηκαν. Ξέρεις… τα πολύ όμορφα μέρη συνήθως έχουν και μια θλίψη. Όταν παρατηρώ ένα ειδυλλιακό μέρος, προσωπικά μετά από λίγο «βουλιάζω”. Που ενώ είναι όλα τέλεια, οι στιγμές-ρωγμές που με πιάνουν με οδήγησαν στη γραφή αυτού του έργου.

rejected: Πώς διαχειρίζεσαι τις απώλειες; Ακόμη και με τη γραφή ως διαφυγή;

Γ.Κ.: Διαφυγή είναι το καθετί που κάνουμε. Υπάρχει μια ατάκα στο τέλος του έργου, που είναι παράφραση ενός ποιήματος του Λειβαδίτη… μια γυναίκα έραβε, της πέφτει η βελόνα, σκύβει να την ψάξει κι όπως σκύβει στο πάτωμα βρίσκει νεκρούς, πράγματα που δεν έγιναν, όσα δεν ειπώθηκαν… σηκώνει τη βελόνα και συνεχίζει να ράβει, γιατί η ζωή συνεχίζεται… και λίγο στεναχωρήθηκε γιατί κατάλαβε… κατάλαβε ότι όλοι οι άνθρωποι που αγαπήσαμε ήταν θνητοί. Απώλειες έχουμε όλοι. Πέρα από φυσικές απώλειες, υπάρχουν δουλειές, πόλεις, στιγμές που ζούμε… αυτό που τώρα ζούμε, δεν θα επαναληφθεί… είναι μια απώλεια. Το πώς διαχειρίζεσαι την πραγματικότητα. Αυτό που είμαστε είναι η συνισταμένη όσων μας συνέβησαν και του πώς τα αντιμετωπίσαμε. Η απώλεια από μόνη της δεν έχει αξία. Είναι ο τρόπος που θα την βάλεις στη ζωή σου ή θα την βγάλεις από τη ζωή σου. Το πώς θα συνεχίσεις τη ζωή σου, μαζί με την απώλεια.

rejected: Ποιο κέρδος έχεις, πλέον, από το θέατρο;

Γ.Κ.: Να μπορώ να βρεθώ ξανά με ανθρώπους που θέλω, δίχως να τους πω «πάμε να το κάνουμε τζάμπα;”. Τέσσερα χρόνια πέρασαν και πήρα τα πρώτα μου χρήματα από τη δουλειά. Αυτό σημαίνει σκηνογράφοι, ενδυματολόγοι, μουσικοί, φωτογράφοι ήρθαν και είμαστε και έως τώρα. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν πια την αμοιβή με τα δεδομένα της εποχής, σε έργα που θέλουμε και με μεγαλύτερη ευκολία να τα προτείνουμε σε θέατρα και να τα δεχτούνε. Αυτό το κέρδος που είναι και πολυτέλεια. Να κάνεις πιο εύκολα προτάσεις. Και δεν θέλω τους ηθοποιούς που αυτή την εποχή «συζητιούνται”. Δεν με αφορά καθόλου το «οι πέντε καλύτεροι ηθοποιοί”, τα «περσινά βραβεία”, τα «επόμενα βραβεία” και «τα βραβεία των βραβείων”. Με αφορούν οι καλλιτέχνες. Θέλω να βρίσκομαι με ηθοποιούς που εγώ εκτιμώ και όχι αυτούς που εκτιμά μια τρέχουσα αντίληψη. Η δουλειά μου δεν είναι να πάρω την επιβεβαίωση από το κοινό. Δηλαδή, να δω τι θέλει το κοινό και να το δώσω πίσω-δεν με αφορά. Θέλω την υπογραφή μου, σε πρόταση που είμαι εγώ. Κι ας είναι και λάθος. Αλλά να είναι αυτό που εγώ επιθυμώ. Και σε προσωπικό επίπεδο.. .θέλω να έχω πλέον χρόνο και για άλλα πράγματα. Εδώ και 15 χρόνια το θέατρο για μένα είναι από το πρωί ως το βράδυ στο νου. Και πήγαν πίσω πράγματα… θέλω χρόνο για μένα και τους φίλους μου. Μια ήσυχη προσωπική ζωή. Λίγο να βλέπω με ψυχραιμία τη ζωή μου, αφού πια «βλέπω” και τη δουλειά μου.