at a glance
Top

Φόνισσες

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου

Λέγε με χάος να τελειώνουμε

Τις νύχτες έχω συχνά κάποιους γνωστούς-αγνώστους επισκέπτες που θολώνουν τις σκιές μου. Μιλάω μόνη μου με τους παλιούς μου εαυτούς που με στοιχειώνουν σαν ψυχές βασανισμένες απ’ τον χρόνο. Δεν έμαθα ποτέ τι σημαίνει φθορά κι όμως φθείρομαι. Σαν να μην προλαβαίνω τη ζωή ένιωθα από παλιά κι έτσι κούρνιαζα στον φόβο ότι θα τη χάσω μέσα από τα χέρια μου. Όλα γύρω μου έτρεχαν μπροστά, έτρεχαν χωρίς ανάσα. Κι εγώ έμενα να ζω με τρόπο που κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ σαν ζωή. Μα τη λατρεύω. Γι’ αυτό παλεύω με σκοτάδια κι ουρανούς.

 

Ένα παιδί που κλαίει πάντα μέσα μου κάρφωνε τα μάτια μου σιωπηλό. Τις νύχτες ίσως όλα είναι επώδυνα για εκείνους που λαχταράνε κόντρα στον κόσμο όλο. Θέλω να το πάρω αγκαλιά όμως κάθε φορά που το πλησιάζω φεύγει τρομαγμένο. Δοκίμασα να του φωνάξω μια συγγνώμη, ίσως λυτρωνόμουν αν μάθαινα πως με συγχώρεσε που δεν το προστάτεψα καθώς μεγάλωνε ανάμεσα σε εφιάλτες. Νόμιζα πως έκανα αυτό που ήθελε, νόμιζα πως ήταν εντάξει να μη θέλω ό,τι θέλουν όλοι. Κι όμως πονάω κι ας υπήρξαν στιγμές που πίστεψα πως γλίτωσα. Δε γλιτώνει κανείς από τα μέσα του αλλά εγώ αισθανόμουν πάντα μια απειλή από τα έξω μου που δεν εξήγησα ως τώρα επαρκώς. 

Θέλω να μάθω τόσα ακόμη για μένα, για σένα, για όσα στ’ αλήθεια αγαπώ. Μόνο που ο τρόπος μου δεν κάλυψε κανέναν λογικό κι όσοι μ’ αγάπησαν φοβήθηκαν, τους τρόμαξα. Τρόμαξαν όλοι με τον δρόμο μου, αυτόν που πάντα ακολουθώ. Βλέπω ταμπέλες να μου δείχνουν το σωστό κι εγώ διαλέγω τ’ αδιέξοδα. Δρόμοι βατοί ξεφύτρωναν πού και πού σαν επιλογές που δεν έκανα, σαν ευκαιρίες που δεν επέλεξα. Κι έτσι σκαρφάλωνα ματώνοντας σε όποιο βουνό συναντούσα γοητευμένη από την ιδέα του να φτάσω λίγο πιο κοντά στα σύννεφα. Μαύρα σύννεφα. Μα έτσι ήμουν πάντοτε εγώ.

 

Κι έλεγα στον εαυτό μου πως αγάπησα τ’ αστέρια γι’ αυτό γέμισα χώματα καθώς τα έβαζα με βράχια και γκρεμούς. Τίποτε μέσα μου δεν ήταν ήσυχο. Τίποτε δεν ησυχάζει ακόμη. Πάντα με ταίριαζαν μ’ αγρίους και τρελούς. Θέλω να μάθω αν όσοι αγάπησα θα με διάλεγαν για μια ολόκληρη ζωή. Αν θα παρέβλεπαν τον φόβο τους, τον πόνο τους, την πίκρα για την ασφάλεια που αρνήθηκα, την απογοήτευση για ό,τι εξέλαβαν ως παραίτηση γιατί απέρριψα με τόση ευκολία τη λογική.

 

Κι αν νιώθω συχνά πως τρελαίνομαι, πως χάνω αυτό το παράξενο μυαλό που κουβαλάω ,είναι γιατί δε μου ταίριαξε ποτέ κάτι ίδιο. Σαν να εκπληρώνω μια κατάρα μέσα στο αίμα μου που μαζοχιστικά βιώνω σαν ξεχωριστή ευλογία η οποία με βάζει να αγωνίζομαι με όλα τ’ άγρια θεριά. Μου ‘λεγαν πάντα “μοιάζεις στον πατέρα σου” μα εγώ δεν ξέρω, αλήθεια, τι να πω. Σαν μια απογοήτευση να είμαι για όσους με αγάπησαν μέσα από ένα καμάρι ανεξήγητο, κρυφό. Εκείνος θα ‘θελε να πάψω να πονώ.

Σώσε με εσύ αν θέλεις απ’ τις μάγισσες, αυτές που μέσα μου ρίζωσαν από τότε που ακούστηκε το πρώτο μου κλάμα. Σώσε με απ’ τις φόνισσες σκέψεις μου, αυτές που πίστεψαν ότι μπορώ να μην είμαι σαν τον κόσμο όπου ήρθα ανεξήγητα σαν εφήμερος κάτοικος. Κι ας μη δέχτηκα ποτέ ότι η ζωή μου είναι ένας κομήτης στο άπειρο.

 

Σώσε με απ’ τα τσακάλια με τ’ ανθρώπινα πρόσωπα, απ’ τα φίδια που μ’ αγκάλιασαν για να μου μάθουν ν’ αγαπώ. Κομπιάζει η ανάσα μου στα όνειρα, σαν να κόβεται, πνίγομαι. Είσαι εκεί για να με βγάζεις στην επιφάνεια όμως, σκέφτομαι, αλήθεια, μέχρι πότε; Όσοι με δέχτηκαν με φόβισαν πολύ κι έτσι τους έδιωξα εγώ. Νόμιζα πάντα ότι με άντεχαν και δε μου ήταν αρκετό. Το βάρος που ‘χω τις νύχτες μέσα μου δε θέλω να το μοιραστώ. Μα πιο πολύ φταίει ότι δεν παραδέχομαι ότι έχω ανάγκη τελικά ακριβώς αυτό.

 

Σ’ έκρυψα μέσα στους λυγμούς και τα παράπονα. Τα παιδικά μου παράπονα, εκείνα που μισώ. Μισή στιγμή στη ζωή μου δεν παραπονέθηκα μα κουβαλάω στα κρυφά ένα μωρό. Με προδίδει κάθε που λυγίζω μπροστά στις στιγμές. Κι έτσι οι τύψεις μου μαζί με τις μανίες ή τις θλίψεις μου ξυπνάνε κάθε δειλινό. Όταν αλλάζει ο ήλιος τα σεντόνια του, όταν βυθίζεται σε ορίζοντες αλλού, γίνομαι ανήμερη, μετράω πρόσωπα, φωνάζω πάνω απ’ τον γκρεμό. 

 

Σκότωσε εσύ αν θες τις μάγισσες, βρες τις φόνισσες μέσα μου. Εσύ που δεν ξέρω αν με συγχώρεσες μα αν το μπόρεσες ίσως να πάψω να πονώ…