at a glance
Top

Φάτα Μοργκάνα

κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

Μια ιστορία μικρή

Λεωφόρος Νίκης. Λίγα μέτρα μετά τη συμβολή με την Αγίας Σοφίας, κι ένας Θερμαϊκός να πλένεται, να λιάζεται, αλάτι κι ιώδιο να κερνά. Πότε ζεστό πότε ψυχρό.

Η κυρία Λεώνη βγαίνει σπανίως πια στο μπαλκόνι του διαμερίσματός της. Αα, νάτη. Οι άσπρες ρίζες των μαλλιών τις, πάνω από δέκα πόντους πια, με λίγες ξασμένες άκρες σε ξανθό φουντουκί, να μη θυμίζουν σχεδόν τίποτα από τα παλιά μεγαλεία της κυρίας Λεώνης. Ποιός νοιάζεται όμως! Απ’ το τραπεζομάντηλό της- πόσο να ‘ναι, σαράντα επί σαράντα; σαν πετσετούλα τόση δα- κατάλευκο με μια στενή χειροποίητη δαντέλα βελονάκι περιμετρικά, βγήκε και τίναξε από τον δεύτερο όροφο τα λίγα ψίχουλα της καθημερινής της μιζέριας. Νωχελικά. Βήμα βαρύ αρτηριοσκληρωμένο, χέρια κηλιδωμένα, στραβά τα δάχτυλα- παράσημα  αρθρίτιδας- και οι τένοντες εκεί στις φάλαγγες να συγκρατούν το δέρμα που πια θαρρείς περίσσεψε. Τσαλακωμένο κατωσέντονο εκείνο, στρώμα μικρό το σώμα πια.

Ατένισε λίγο θάλασσα το βλέμμα μέσα από το κυρτό κορμί. Πισωγύρισε. Πώς ν’ αντέξει τόση φασαρία, τόση βαβούρα, τόσο χαμό στο δρόμο της. Στο δρόμο το δικό της. Πρόσεξε καλά το κατωκάσι  της μπαλκονόπορτας, ξανά και ξανά, μη και τυχόν σκοντάψει κι αφού χάιδεψε λίγο τον αγιορίτικό της -το μόνο που της απόμεινε, από επιλογή, μιας και θα της ξερενόταν όλα σίγουρα σ’ αυτή τη γενική παρακμή- έδωσε μιαν ώθηση  στο γέρικο κορμί και χώθηκε να κουρνιάσει στην ασφάλεια του σπιτιού της. Να ‘ταν τα νιάτα δυο φορές!

Κάθε μεσημεράκι η γειτόνισσα, που έχει  κλειδί δικό της πια, πηγαίνει και λίγο λίγο τη συμμαζεύει. Ανόρεκτα μάλλον, μιας και τα χρήματα που παίρνει- διακόσια ογδόντα ευρώ μηνιάτικο, όλα κι όλα- ήταν συμβιβασμού και όχι συμφωνίας πετυχημένης. Ας όψεται η ανάγκη της. Ένα πιάτο φαϊ από την κατσαρόλα της, μια σκούπα, ένα πανί και μπανιάρισμα κάθε Δευτέρα. Γι’ αυτό και μύριζε όπως μύριζε, συχνά πυκνά. Από τη μουσκεμένη της κιλότα, παρά τη φαρδιά σερβιέτα ακράτειας που φόραγε ολημερίς. Ποια; Η κυρία Λεώνη, που σαν έβγαινε στις στράτες, έσερνε από το κατώφλι της μέχρι και την πλατεία Αριστοτέλους, αρώματα, που σώριαζαν τα ναυτόπουλα στη σειρά και θ’ αναστένανε και τον Άη Δημήτρη τον Μυροβλύτη, αν την έπαιρνε χαμπάρι. Ο λόγος που το λέγει.

Τώρα πια έχει χάσει και το θυμητικό της, λίγο τα μπερδεύει, λίγο επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια και σαν κοιτιέται στον σκαλιστό καθρέφτη του μπουφέ της, κάθεται  με τις ώρες και πιάνει κουβέντα με την γιαγιά απέναντί της και διόλου δεν την αποκαρδιώνει το γεγονός ότι η φίλη της ‘κει μέσα, με τις λευκές τις τρίχες στο πηγούνι και τα μουστάκια στις άκρες των χειλιών της, τα κακοψαλιδισμένα, τ’ άγρια, δεν έχει νέα από κανέναν. Κανένα νέο από τον έξω κόσμο. Τώρα με τον κορωνοϊό δεν έρχεται κι ο γιος της ν’ αλλάξει μια πιο ανθρώπινη κουβέντα. Και πότε την επισκέφτηκε άλλωστε!

Τα σαρκώδη χείλη της που κάποτε κάποτε φίλησαν έναν πιλότο με τόσο πάθος, τότε- το πρώτο της γλυκό φιλί- έχουν μαζέψει, τραβήχτηκαν προς τα μέσα και στέγνωσαν, σα να τα έπινε μέρα τη μέρα ο χρόνος στην υγειά του, και γίναν μελανά, τρεμάμενα.

Είχε γλιτώσει ολόκληρη η οικογένεια, ‘κείνο τον καιρό, χάρη του επιθέτου του πατέρα της, από την συγκέντρωση στην πλατεία Ελευθερία τον Ιούλη του ’42, εννιά χρονώ κοπέλα, μιας και η εβραϊκή καταγωγή της μητέρας θα τους έστελνε όλους τους, αν ποτέ φανερωνόταν, σε κάποιο κρεματώριο, ασκαρδαμυκτί. Κι αν δεν γινότανε κείνο το προξενιό πάνω στα εικοσιδυό της, γιατί ‘’τα χρόνια φεύγουνε, Λεώνη’’ κατά τα λεγόμενα του πατέρα της, μ’ εκείνον τον γιατρό, τριαντατεσσάρης φευ, θα είχε ζήσει ήρεμη και βασιλικά όλα τα νιάτα της και πέρα. Ναι, ναι, ο γιος της, του ντοκτοράκου γιος. Μην αμφιβάλεις διόλου. Άσχετο τι έκανε σ’ όλη της τη ζωή. Κορμί ψυχή, δικά της. Έναν θέλησε πραγματικά, δεν τον κατάφερε ποτέ της, κι αφού στεριά-νησί δε βρήκανε ποτέ μαζί, έγινε η ίδια βάρκα. Κι αρμένιζε από λιμάνι σε λιμάνι αλόγιαστα για όλους γύρω της, μα λογικά και δικαιολογημένα για την ίδια. Μήτε τα στέφανά της σκέφτηκε, στιγμή. Μήτε τον γιο της, χρόνους. Και κάπως έτσι, με τούτα και με τ’ άλλα, ήταν που έπαθε το έμφραγμα ο γιατρούκος- κι ας το καλύψανε οι του κύκλου του, γιατί βλέπεις συνέπεσε με τον σεισμό του ’78 και τον συμπεριέλαβαν στα θύματα, με τρόπο που βόλευε πολύ. Άκουγε ο δύσμοιρος τόσα, μα κώφευε. Όταν όμως τυχαία βρέθηκε στον τόπο της προσβολής του και τα ‘δε όλα, ένα ζωνάρι από δέρμα γουρουνιού, ναι γουρουνιού, έφτασε στη τελευταία τρύπα και του ‘σφιξε και του ‘κλεψε για πάντα την πνοή. ‘Κει, στην πλατεία Ιπποδρομίου. Κι έπειτα ακριβώς, ακολούθησε ο γνωστός σεισμός… Κι ο γιος της- ο γιος τους- της γύρισε τις πλάτες από τότε. Και σαν πουτάνα της αποκρίθηκε, από πίκρα, χολή και μπόλικο θυμό, σε όλες της τις κουβέντες.

Κρατάς μυστικό; Χαμήλωσε ντε! Εγώ είμαι η Λεώνη. Χαμήλωσε ντε, και να φωνάζω δε μπορώ… Ποτέ δεν έφυγα απ’ τη γνώμη μου. Όποιος απ’ την αγάπη έστω και τόσο δα λοξοδρομεί, γράφει με γιώτα την αγάπη. Και για καμάρωσε. Ένα γράμμα έπρεπε σωστά να γράψεις και εσύ τη σκότωσες τη λέξη. Πάει!

Και άλλες δυο ζωές να μου χαρίζονταν, τα ίδια θα έκανα ακριβώς κι ας μ’ έβλεπαν ν’ αναζητώ σε αντικατοπτρισμούς ηδονών τον δικό μου Ιπτάμενο Ολλανδό. Καημό είχα.