at a glance
Top

Εννέα Όγδοα

κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

Μια ιστορία μικρή

‘’Σειρά σου’’ μου είπε στ’ αυτί σχεδόν ψιθυριστά. Τα άλλα μου τα επέβαλαν τα μάτια του…

Ο ζεϊμπέκικος δεν έχει βήματα. Ο ζεϊμπέκικος μόνο ρυθμό έχει. Έχει μια αποστολή ο ζεϊμπέκικος. Είναι το σύνορο ο ζεϊμπέκικος. Ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Μια ενώνει,  μια χωρίζει. Είναι ο χορός της γης που οφείλει να χαστουκίσει το αιθέριο πεπρωμένο. Δεν είν’ μαγκιά ο ζεϊμπέκικος, σουβλιά είναι.

Κείνος που τον χορεύει έχει καημό μεγάλο. Πρέπει να είναι δωρικός. Χωρίς τερτίπια, δηθενιές και φιγούρες για τις φιγούρες. Έχει βάρος μέσα του, κείνος που τον χορεύει. Την έχει φάει την μπάτσα του, κείνος που τον χορεύει. Σέρνει εμπειρίες, ίδρωτες κι αλκοόλια. Κλάμα ψυχής. Δάκρυα ασκούπιστα. Στριφτό τσιγάρο να μασά. Να ‘χει μουστάκι μερακλίδικο. Κιμπάρικη κοιλιά. Να την πατά τη γη. Να την ελιώνει. Να είναι άντρας. Άντρας και ας φορά φουστάνια. Κείνη την ώρα να ‘ναι άντρας, πρέπει. Άντρας.

Να ντύνεται πουκάμισο μονόχρωμο και να πατά μωσαϊκό ή χώμα. Στα χέρια του φτερά να ‘χουν φυτρώσει, που θα φωλιάζουν έρωτες και χαμοί. Αγάπες άκαρπες και χρόνοι λιμασμένοι. Να κάνει να πετάξει, μα πάλι πίσω να γυρνά. Μια στο θεό να φεύγει και δύο πίσω να πατά. Στη γη που ‘ναι ταγμένος να παλεύει με τ’ αγρίμια. Κι ας χάνει πάντα εκείνος. Στο χώμα να γυρνά, στη σκόνη. Μ’ ένα μαχαίρι δίκοπο στα δόντια του σφιχτά. Τα δίκοπα μαχαίρια, ξέρεις, κι ο ζεϊμπέκικος, δεν είν’  για παιδαρέλια. Είν’ για μουστάκι, για κοιλιά. Είναι για δάκρυα που δεν ντρέπονται. Είναι χορός αντρίκιος.

Τέτοιος άντρας ήτανε κι ο μπαμπάς της Μυρτώς, και σ’ εκείνο το γάμο που ανταμώσαμε τυχαία, μ’ έριξε – στα εικοσιδυό, νιάνιαρο για ζεϊμπέκικο- στα μισά του τραγουδιού, πράγμα ακατανόητο  κι απρόσμενο για όλους μας, σε αυτοσχέδια βήματα και σε ρυθμούς εννέα ογδόων, στην πίστα, παραχωρώντας τη σειρά του. Από εκτίμηση ή για να με δει, να με μετρήσει, απάντηση έψαχνα καιρούς μετά. Τιμή ήτανε. Ο κυρ- Στέφανος ήτανε μερακλής σε όλα του και όταν χόρευε άδειαζε η πίστα όλη για να τον καμαρώσουν. Την πάταε τη γη, την έλιωνε, και τους θεούς φιλούσε. Αητός. Τί να φτουρήσω εγώ μπροστά του! Είχα περίπου δύο λεπτά, όμως, για να τον πείσω για οτιδήποτε. Κι έκανα το αυτονόητο. Έφερα τα μάτια της Μυρτώς- που χρόνια έλιωνα για εκείνα- κάτω απ’ τα κλειστά μου βλέφαρα και τα φυλάκισα εκεί για εκείνα τα εκατό τα δεύτερα. Τα σφράγισα και κλάψανε παρέα.

Ωχ ωχ… δεν ήξερα τί ακριβώς κατάφερα, καθώς τελείωσε ο χορός. Ωχ ωχ. Μόν’ έμεινα ασάλευτος σε μια γωνιά της πίστας, με κλειδωμένα μάτια, κεφάλι απροσκύνητο και με δυο πνευμόνια που μονομαχούσαν με τον αέρα που δεν μου αρκούσε, κάτω από το ιδρωμένο μου πουκάμισο. Δεν ξαπόστασαν ποτέ. Όλο το βράδυ φουσκωμένα  καραβόπανα οι πνεύμονές μου. Και μία ένταση απ’ τον αυχένα  ως το καβάλο μου που αλύπητα με σούβλιζε.

Λίγο πριν τα ξημερώματα το γλέντι κόπασε. Ο γάμος σχόλασε. Μείνανε λιγοστοί. Ο κυρ-Στέφανος έριξε το σακάκι του στον ώμο και με ζύγωσε κατάματα. Μου έσφιξε το χέρι και είπε ορθά, σταράτα, με μιαν ανεπαίσθητη μελαγχολία στα χείλη ‘’Τώρα, μωρέ. Κάν’ το τώρα. Τα μανταρισμένα όνειρα έχουν άλλη γεύση. Πριν τα μαντάρεις πιες τα. Πριν χρειαστεί να τα μαντάρεις’’ και μου ‘κλεισε συγκαταβατικά τα δυο του μάτια, φεύγοντας.

Η Μυρτώ έπιασε το μακρύ φουλάρι  της γύρω από τον σβέρκο της κι έγινε ξημέρωμα Ιουλίου κι άρωμά του. Κι έπειτα χάθηκε στα στενά του δρόμου μ’ ένα γέλιο που ακόμη αντηχεί, ‘κει γύρω στους γκρίζους πια κροτάφους μου.

Δεν έφταιγε εκείνη. Όχι. Μήτε κι εγώ. Κι οι δυο μαζί. Ίσως και άλλοι.

Και κάπως έτσι έγινα αμανές.

‘’Αμάν αμάν…

Όταν γεννιέται ο άνθρωπος

Ένας καημός γεννιέται

Όταν φουντώνει ο πόλεμος

Το αίμα δε μετριέται…’’

 

Κι όσες φορές κι αν τόλμησα να της τα πω, ποτέ δε βγήκε κάτι. Κι αιώνες τώρα…

 

‘’Καίγομαι καίγομαι

Ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά

Πνίγομαι πνίγομαι

Πέτα με σε θάλασσα βαθιά…’’

 

Δεν ξαναχόρεψα ζεϊμπέκικο ποτέ, γιατί, ή θα έφευγα χορεύοντας για πάντα σε ουρανούς ή θα γινόμουν λάσπη. Θα σπάγαν μάρμαρα, θα λιώναν πέτρες. Τα τελευταία χρόνια φορώ πάντα μονόχρωμα πουκάμισα και τον καπνό μασάω μες τα πυκνά μουστάκια μου… να μοιάσω του κυρ Στέφανου. Κι όσες φορές την βλέπω τη Μυρτώ, αφήνω τα δάκρυά μου ασκούπιστα να μου φιλάν το δέρμα. Και την κοιτώ  μ’ ένα μαχαίρι δίκοπο μεσ’ στις παλάμες μου και της ψελλίζω άηχα…

‘’Ορκίστηκα στα μάτια σου

Που τα ‘χα σα βαγγέλιο

Τη μαχαιριά που μου ‘δωκες

Να σου την κάμω γέλιο

 

Καίγομαι καίγομαι…’’

Και πιάνω, που και που, τ’ όνειρο τ’ ασιδέρωτό μου και το φορώ, και σε καθρέφτες καθρεφτίζονται περίσσιες τρύπες πάνω του και χιλιομπαλωμένες. Αμάν, Μυρτούλι μου, αμάν!

Καίγομαι, κι έχει πουντιάσει χρόνια ο χρόνος μου ‘δω μέσα…

Κι αν  μπροστά μου η τύχη την ξανάφερνε- έτσι, για μια φορά ακόμη-  θα ‘θελα να της έλεγα,

‘’Από το να πέθαινα για εσένα, προτιμώ να ζω με ‘σένα. Κι ας μη μοιάζει το ίδιο ηρωικό.’’

Κι εκείνη ν’ απαντούσε, ‘’Αυτό να κάνεις, μάτια μου. Αυτό.’’

 

Ιούλης πάλι. Και σήμερα μπρος στ’ αδειανό της σπίτι, ζεϊμπέκικος χορός θα γίνω.