at a glance
Top

Το ένα λευκό, το άλλο σχεδόν χρυσό

κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

Μια ιστορία μικρή

Για να μην ξοδεύουμε λόγια πολλά πολλά κι απ’ την αιωνιότητα χρόνο πολύ μη χάνουμε… θα σας τα πω αμέσως!

Δεν ήταν μόνο που πέθαναν μαζί τα δυο μου καναρίνια. Που τα ‘βρα ακίνητα και παγωμένα δίπλα στο αρχινισμένο αγγουράκι τους που κείτονταν μια πιθαμή πιο πέρα, διότι μάλλον δεν το στηρίξανε καλά τα δυο μου χέρια. Παιδί ήμουνα και οι δεξιότητές μου ανολοκλήρωτες.

Που τα ‘δα πρώτος απ’ όλους τους οικείους μου, να μη σαλεύει το στήθος τους διόλου… και οι ψυχές τους -έτσι μου φάνηκε, θαρρώ- έκαναν ελιγμούς και πέρναγαν σκληρά γυμνάσια δραπετεύοντας ανάμεσα απ’ του κλουβιού τα κάγκελα. Κι όλο ζορίζονταν οι ψυχές τους κι όλο πισωπατούσαν και γνώμη άλλαζαν διαρκώς και από τα σύνορα με τις βαριές τις πύλες και τις τρανές ταμπέλες ‘’Τέλος Ζωής’’ η μια και ‘’Καλώς ορίσατε, Θάνατος’’ η άλλη, δεν αποφάσιζαν να περάσουν. Και -πάλι θαρρώ- μου έμοιασε να μονολογούν, ίσως να κάνανε και διάλογο οι δυο τους.

-Και τώρα, τι!

-Και τώρα πού!

-Πουλί, φτερό, κελάηδισμα… ώρες μεγάλες, μεγάλες μέρες, φως…

-Και τώρα, τι!

-Και τώρα, πού!

Όχι, δεν ήταν μόνο που πέθαναν ‘κείνη τη μέρα τα δυο μου καναρίνια. Το ένα μου λευκό, τ’ άλλο σχεδόν χρυσό. Το είχα ξαναζήσει άλλωστε πολύ μικρός, θυμάμαι. Τότε που χάσαμε την πεταλούδα μας και την ξαπλώσαμε νεκρή μες το σπιρτόκουτο και με όλα τα παιδιά του μαχαλά, τη θάψαμε κάτω από τη σκιά της καρυδιάς. Τον είχα ξαναζήσει το θάνατο. Δε με τρομάζει πια, η απώλεια. Έτσι έλεγα.

Και όχι, δεν ήταν  που φτερουγίσανε εντέλει οι ψυχές από τα δυο μου καναρίνια και μου μακρύνανε. Ήταν που άλλα περίμενα, γιατί ήμουνα παιδί. Και κάλεσα τους δικούς μου, την άχαρη ώρα που θα έθαβα, σιμά κοντά στην πεταλούδα την πολύχρωμη, τα δυο μου καναρίνια. Και τ’ άφησα απαλά πάνω σε φύλλα σμύρνου και άνθη μυροφόρας κι έκλαψα πάνω τους ανώφελα κι ωφέλιμα συγχρόνως. Κι έπειτα μοιρολόγησα -χωρίς καμία συστολή μπροστά σε όλους- θρήνους και μαραμένους στίχους της στιγμής, καθώς τα έρανα με πέταλα από ρόδα… και ήθελα, αίφνης, όλα να γίνουν μαύρα. 

Ο ήλιος να προσκύναγε

Δυο σύννεφα να κλαίνε

Και μια βροχή να μ’ έπνιγε στον τόπο

Οι ποταμοί, ήθελα, να πάψουν την ροή τους

Χίλια σκυλιά να ουρλιάζουνε κι εργάτες ν’ απεργούνε

Τα εργόχειρα των γυναικών βελόνι να μη δούνε

 Οι χύτρες να τσιρίζουνε

Βουβά ραδιόφωνα, κλειστές τηλεοράσεις

Και απ’ τα μαλλιά τ΄αχτένιστα, χτενί να μην περάσει 

Και έτσι όλα τα ήθελα, γιατί ήμουνα παιδί! 

Όμως…

Κι ενώ ήθελα κι άλλα πένθιμα, κι ενώ ήθελα -γιατί έτσι τους έπρεπε των δυο καναρινιών μου- κι άλλη μια θλίψη μέσα μου, να απαγγελθούν ποιήματα και να γραφτούνε ύμνοι και μύρια λόγια δοξασίες ν’ ακουστούν…

Όμως…

Το βλέμμα μου πλανήθηκε στο χώρο και στους γονείς μου πάνω στάθηκε κλεφτά, που πίσω απ’ τις πλάτες μου συγκαλυμμένα μέχρι κι εκείνη τη στιγμή, σχεδόν διασκέδαζαν τον τρόπο που πενθούσα, καθώς περίλαμπρα έστηνα και περιλυπημένα, τους δυο αυτοσχέδιους σταυρούς. Έναν για το καθένα, στα δυο μου καναρίνια. Το ένα μου το λευκό, τ’ άλλο μου το χρυσό…

Και τότε, έπαψα πλέον να θρηνώ τα δυο μου καναρίνια. Έπαψα, έτσι απλά. Κι άρχισα να θρηνώ τ’ αθώα μου τα χρόνια που απώλεσα  μεμιάς! 

Κείνη τη μέρα, που ούτε συννέφιασε, ούτε σκυλιά ουρλιάξανε, μήτε ποτάμια κόπασαν, μήτε βροχή με πήρε. Παρά γεννήθηκαν στη ράχη μου φτερά και ξόβεργες. Και μια πετάν τα γράμματα και οι λέξεις πάνω μου, και δυο με φυλακίζουν. Τη μια να γράφω ελεύθερος, τις δυο να με σκλαβώνουν!

Και άλλο δε θέλω πια, παρά να ξεκουράζω μνήμες μου. Να τις χαϊδολογώ, φιλιά ν’ απλώνω πάνω τους μην παρεξηγηθούν και πλάτες μου γυρίσουνε. Άλλωστε, εγώ μεγάλωσα. Αρμύρες και φωτιές τα σωθικά μου φέρουν… κι οι παπαρούνες γύρω μου, άλλο πια δε φυτρώνουν.