at a glance
Top

Δημήτρης Λιγνάδης

συνέντευξη | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφία εξωφύλλου | σταύρος χαμπάκης */* φωτογραφίες | νίκος πανταζάρας */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

true men don't kill coyottes

«Πάντα η τελευταία βραδιά σε μια θεατρική παράσταση δημιουργεί στον καλλιτέχνη όλα τα συναισθήματα ενός θανάτου. Όταν μάλιστα, ένας άνθρωπος έχει ζήσει πολλούς θανάτους, αν κάποιος το μεταφέρει στην θεατρική πραγματικότητα, κάθε- μα κάθε- παράσταση είναι ένας «μικρός» θάνατος. Καμία παράσταση δεν είναι ίδια με την άλλη. Ακόμη και από τη μία μέρα στην άλλη. Πολύ δε περισσότερο όταν τελειώνει ένα project, όπως αυτό του «Πέερ Γκυντ», που την Κυριακή ολοκληρώθηκε στο Εθνικό Θέατρο, είναι το φευγιό σε κάτι, ανεπιστρεπτί. Η θεατρική πράξη πουθενά δεν μπορεί να αποτυπωθεί. Και μαγνητοσκόπηση να υπάρξει αυτής, δεν είναι πλέον θέατρο, αλλά σινεμά. Για μένα το τέλος των παραστάσεων του «Πέερ Γκύντ», ενός πανδύσκολου έργου που από μικρός ήθελα να κάνω….είναι σαν να αφηγήθηκα τη ζωή μου. Κι αυτή η αφήγηση τελειώνει. Είναι αλγεινό συναίσθημα που μεγαλώνοντας προσπαθώ να το συνηθίσω. Η ζωή του θεάτρου, όπως και η ζωή μας γενικά, είναι συνυφασμένη με τον θάνατό της». Ο Δημήτρης Λιγνάδης, ολοκλήρωσε στην Αθήνα τις παραστάσεις του «Πέερ Γκυντ» και ανεβαίνει Θεσσαλονίκη, πρωταγωνιστώντας στον «Αφέντη και Δούλο». Ο Δημήτρης Λιγνάδης στο rejected…

Κάθε άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει πως όλα είναι μάταια

«hoo, Lord / Well, I’m gonna ride a saber tooth horse through the Hollywood hills/
The farther west, the farther out/ Yeah, that’s the way I feel»…

Δ.Λ.: «Η χαρά στη ζωή είναι ότι βαδίζεις. Το πού θα σε βγάλει ποτέ δεν το ξέρεις, μα έχεις τα δυο σου πόδια και προχωράς. Η ζωή είναι ένα ποδήλατο. Ποδηλατείς αενάως. Κι όταν σταματάς το ποδήλατο, «πέφτεις». Ο ηθοποιός έχει έναν «horror vacui», έναν τρόμο κενού, γι’ αυτό και θέλει να περιγράφει τη ζωή… ίσως δυσκολεύεται και να τη ζήσει ο ίδιος. Με ρωτάς αν υπήρξα πολύ αυστηρός με τον εαυτό μου; Ναι. Πολύ. Τον έστηνα στον τοίχο τον εαυτό μου. Δεν γίνεται κι αλλιώς. Κάθε άνθρωπος που έχει μια νηφαλιότητα και στοιχειώδες μυαλό, καταλαβαίνει ότι η πρώτη κριτική που κάνει, οφείλει να είναι η αυτοκριτική. Αστειευόμενος, είχα φτάσει να θεωρώ τον εαυτό μου υπαίτιο και για μια έκρηξη στην Κίνα, μέσα από πολλές εγκεφαλικές «συνάψεις». Δεν λειτούργησα ποτέ με την ματαίωση στο χαρακτήρα μου. Μόνο η ζωή μπορεί να σου ματαιώσει πράγματα. Κανείς άλλος. Αλλά αν την έχεις αποδεχτεί έτσι δεν το θεωρείς και ματαίωση. Λες «η ζωή είναι ισχυρότερη από μένα». Ο καλλιτέχνης είναι με κάποιο τρόπο «τρελός» και ψώνιο αν θέλεις, αλλά το κάθε ψώνιο δεν είναι καλλιτέχνης. Όταν υπάρχει μυαλό κάποιος μπορεί να ονειρεύεται φεγγάρια-αυτό είναι το όνειρο- αλλά η λογική λέει ότι ο άνθρωπος ποτέ δεν μπορεί να τα φτάσει. Το θέμα είναι να μην σταματήσει ποτέ να τα κυνηγάει. Εγκαίρως, έβαλα την ματαιότητα στον τρόπο οπτικής μου. Κάθε άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει πως όλα είναι μάταια. Από την ώρα που γεννιόμαστε ή αποκτούμε μια συνειδητότητα- ότι ο χρόνος δεν μετράει προς τα μπροστά, αλλά αντίστροφα από όταν γεννηθήκαμε- νιώθουμε την ματαιότητα στο καθετί. Γι’ αυτό κάνουμε Τέχνη. Γι’ αυτό τα ζώα δεν κάνουν Τέχνη, δεν θέλουν να αφήσουν κάτι πίσω τους. Δεν έχουν την αίσθηση της αντίστροφης μέτρησης, όπως έχεις ο άνθρωπος».

«Ridin’ wild on a paisley dragon through the Hollywood hills, yeah /
Huh, Hollywood hills / well, I’m gonna ride a saber tooth horse through the Hollywood hills/
Just don’t show me anything ’cause that’s the way I feel /
Passion dripping from the coyote’s eyes/
He can taste his blood/
An’ blood never lies pale face die «

Δ.Λ.: «Με ρωτάς για τον πήχη που βάζω κάθε φορά στο θέατρο κι αν είναι εύκολη η έκθεση σε αυτόν. Ο καθένας μπορεί να πει «βάζω ψηλά τον πήχη». Το θέμα δεν είναι μόνο να βάλεις ψηλά τον πήχη, αλλά και να τον υπερπηδήσεις. Έχουμε δει προσπάθειες διαφήμισης του «βάζω ψηλά τον πήχη» να τον περνάνε θεαματικά από κάτω, αλλά να είναι το «ελάτε να με δείτε πώς αποτυγχάνω». Δεν είναι θέμα πήχεως, αλλά προσπάθειας να τον πηδήξεις. Στην εποχή μας, υπάρχει η πέραση ότι έχω ένα κλασσικό έργο ως πήχη, τον βάζω ψηλά, δεν τον πηδάω, δεν θέλω κιόλας να τον πηδήξω-θα περάσω από κάτω, «ελάτε να με χειροκροτήσετε». Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι βάζω ψηλά κάποιον πήχη. Ο καθένας, σύμφωνα με τα δικά του «κυβικά», τις δικές του επιθυμίες και τα υπαρξιακά του αδιέξοδα, λειτουργεί. Εγώ ήθελα να παίξω στον «Πέερ Γκυντ» και ήθελα να με σκηνοθετήσει ο Γιώργος Νανούρης στον «Αφέντη και Δούλο» του Τολστόι. Κάποιος μπορεί να το πει «ψηλό πήχη». Για μένα δεν ήταν ψηλός πήχης. Αλλά να σου πω και κάτι; Τα χαμηλά «πετάγματα» είναι πολύ ανιαρά, βαρετά και «ευκολάκια». Δεν σου δίνουν και κάνα νόημα στην ζωή. Ας μην θεωρούμε τους εαυτούς μας και τίποτα ήρωες. Ο πήχης είναι ένα καλλιτεχνικό ζητούμενο. Δεν μπορώ να διαφημίζω τον εαυτό μου ως ένα άλτη που βάζει ψηλά τους πήχεις. Δεν με ενδιαφέρει να το παίζω αιρετικός ή πρωτοποριακός. Ακούγονται πολύ ωραία όλα αυτά, τίποτα από όλα αυτά δεν ισχύει. Είμαι ένας άνθρωπος που αναζητά μια καλλιτεχνική ταυτότητα και μέσα αυτής, μια ανθρώπινη. Δεν το θεωρώ λίγο! Αλλά και τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο από αυτό που λέω. Σιχαίνομαι την αυτοδιαφήμιση, μέσω της αρνητικής διαφήμισης. Ότι και καλά, ο «αναχωρητής», ο «ασκητής», ο «μαυροφορεμένος» στοχαστής, προβληματικός αντιστάρ, αντιεμπορικός, ποιοτικός… όλα αυτά μου κάνουν μη αφροδισιακά-για να μην πω άλλη λέξη»…

«In time I want to be your best friend/ Eastside love is living on the Westend/
knock out but boy you better come to/ don’t die you know the truth is some do
go write your message on the pavement/ burnin’ so bright I wonder what the wave meant
white heat is screaming in the jungle/ complete the motion if you stumble
go ask the dust for any answers/ come back strong with 50 belly dancers»

Δ.Λ.: «Ο έρωτας είναι ένα απίστευτο «καύσιμο»-σε ποιον δεν είναι; Απλώς, ο έρωτας είναι μια γενική έννοια. Δεν έχει μόνο πρόσωπα, αλλά και έννοιες, καταστάσεις. «Ζωή σημαίνει να αρμενίζεις μέσα στον χείμαρρο του χρόνου και να βγαίνεις πάντα στεγνός, ο εαυτός σου, ακέραιος κι ατόφιος», είναι μια φράση στον «Πέερ Γκυντ» που δεν συμφωνώ καθόλου. Αυτό είναι μια ψευδοζωή, γι’ αυτό και ο ομώνυμος ήρωας διαψεύδεται στο φινάλε του έργου. Ζωή είναι -δεν το έχω πετύχει ακόμα- ζωή είναι ο άλλος. Η προσφορά να υπάρχεις ψυχικά μέσω του άλλου, όχι να σε «φωτίζει» ο άλλος-να υπάρχεις μέσω του άλλου. Ζωή είναι αγάπη. «Να σπαταλάς την καρδιά σου, γιατί όσο την σπαταλάς-περίεργο πράγμα-τόση και έχεις»… Αυτό αναφέρεται στο φινάλε του έργου μας «Αφέντης και Δούλος» που δεν προέρχεται από την νουβέλα του Τολστόι, μα πρότεινα στον Γιώργο να μπει, από έναν στίχο ενός Κύπριου ποιητή, του Κώστα Μόνη, που δεν είναι πια στη ζωή…»παράξενο πράγμα η καρδιά, όσο την σπαταλάς τόσο περισσότερη έχεις».

Ο "αφέντης" δίνει πάντα παροχές στον "δούλο", μα φροντίζει να του αποκόπτει την μνήμη

«What I’ve got you’ve got to give it to your mamma/ What I’ve got you’ve got to give it to your pappa/
What I’ve got you’ve got to give it to your daughter/ You do a little dance and then you drink a little water/
What I’ve got you’ve got to get it put it in you»…

Δ.Λ.: «Στις μέρες μας, αν με ρωτήσεις ποιον θεωρώ δούλο και ποιον αφέντη, θα σου πω ότι καθένας είναι δούλος στον εαυτό του και τα μικροσυμφέροντά του. Νομίζω σε αυτή τη συνθήκη ότι, κάποιος είναι «δούλος» μαζί κι «αφέντης». Το πρώτο πράγμα που φροντίζει κάθε αφέντης, σε κάθε επικράτεια, σε όποιον δούλο έχει, είναι να του αποκόψει το πιο σημαντικό όργανο που έχει πάνω στο σώμα του -είναι αόρατο το όργανο μα είναι το πιο νεανικό και ισχυρό- και είναι η μνήμη. Ο «αφέντης» δίνει πάντα παροχές στον «δούλο», μα φροντίζει να του αποκόπτει την μνήμη. Έτσι ώστε να μην έχει καμία συνείδηση-από πού προέρχεται και να μην ξέρει πού θέλει να πάει. Αυτό είναι το πρώτο που κάνουνε τα κάθε λογής αφεντικά. Μιλώντας και με αφορμή και το θέμα της Μακεδονίας»…

...δεν υπάρχει κάτι μεγαλύτερο και παραπάνω στη ζωή για μένα από τη φιλία

«Realize I don’t want to be a miser/ Confide with sly you’ll be the wiser
Young blood is the lovin’ upriser/ How come everybody wanna keep it like the kaiser»…

Δ.Λ.: «Την απώλεια δεν την διαχειρίζομαι εύκολα στην ζωή μου. Κανενός είδους απώλεια. Έχω άλλωστε, «δυσκολίες» και με την ενηλικίωσή μου. Δεν είναι μόνο οι βιολογικές απώλειες, αλλά κι αυτές των σχέσεων και των καταστάσεων. «Ο χρόνος φθείρει, το ρέμα σαρώνει», όπως έγραψε κι ο Ίψεν. Κι ας έχω μεγαλώσει με προπόνηση και πολλές πρόβες σε απώλειες, ακόμη δεν μπορώ να την διαχειριστώ δυναμικά. Δεν τελειώνω πρόσωπα και πράγματα με μία παύλα και τελεία. Δένομαι με ανθρώπους και συνθήκες. Του χρόνου το χειμώνα θα συνεργαστώ ξανά με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη στο θέατρο «Δημήτρης Χορν» στον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχωφ που θα σκηνοθετήσει ο Κωνσταντίνος και θα παίζω. Θεωρείς Γιώργο ότι η σχέση μου με τον Κωνσταντίνο δεν είναι μια φιλία-αλλά μια σχέση ζωής; Μα δεν υπάρχει κάτι μεγαλύτερο και παραπάνω στη ζωή για μένα από τη φιλία. Όλα τα άλλα είναι υποσύνολο της φιλίας. Εκτιμώ τον Κωνσταντίνο, θα διαφωνήσουμε, θα πούμε τις αλήθειες μας ως φίλοι, θα ανταλλάξουμε μεγάλες και μικρές απόψεις. Η φιλία είναι η ύψιστη μορφή αγάπης. Δεν είναι η γονεϊκή αγάπη, που σου δίνεται, μα είναι μια αγάπη που την κατακτάς».

«Greedy little people in a sea of distress/ Keep your more to receive your less
Unimpressed by material excess/ Love is free love me say hell yes»…

Δ.Λ.: «Ο έρωτας είναι διαφορετικός από την αγάπη. Ο έρωτας είναι εγωιστικό συναίσθημα. Ο έρωτας έχει να κάνει με το «εγώ» μας . Εμένα μου λείπεις, εγώ δεν μπορώ να κάνω χωρίς εσένα. «Για μένα είσαι ο σκοπός της ζωής μου»…τον έρωτα τον καταλαβαίνεις στην απουσία του άλλου. Η αγάπη είναι άλλο. Αγάπη είναι το εσύ. Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν την αγάπη, το υπέρτατο φιλείν. Ποια νύχτα, γυρνώντας πίσω και κοιτώντας, δεν ξημέρωνε ποτέ; Η νύχτα που έχασα τον πατέρα μου. Έπεσες σε λάθος περίπτωση ηθοποιού. Νομίζεις ότι θα σου δώσω γαργαλιστικές απαντήσεις. Αλλά, δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Όταν δίνω συνέντευξη μιλάω μόνο για τη δουλειά μου. Κι όταν θα μιλήσω για τη ζωή μου, θα είμαι απόλυτα ειλικρινής και αποστομωτικός. Δεν αφορά κανέναν το 2018 τι χρώμα είναι το βρακί μου. Κανέναν, όμως! Γιατί, στη τελική, και το βρακί είναι ένα ρούχο»…

Μεγάλη προσφορά, μικρή η ζήτηση στο θέατρο και τεράστιο το παραεμπόριο των ονείρων

«I’m a low brow but I rock a little know how/
No time for the piggies or the hoosegow/
Get smart get down with the pow wow/
Never been a better time than right now»…

Δ.Λ.: «Πίσω από έναν ρόλο πάνω στο σανίδι, πάντα ο χαρακτήρας μας είναι που διαφαίνεται, ό,τι και να λέμε. Τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου πάνω στο σανίδι μπορείς να τον καταλάβεις, την ώρα που παίζει αυτό το «ψέμα». Και υπόψιν… δεν παίζουμε κάθε μέρα Σαίξπηρ… ο τρόπος που θα κολλήσεις ένσημα στο σανίδι, κι αυτός τον εαυτό μας δείχνει. Μιλάμε για θεατρικό σανίδι, συχνά, και νομίζουμε ότι περιλαμβάνει μόνο «Οφηλίες», «Άμλετ», «Οθέλλους» κι «Αντιγόνες». Το σανίδι περιλαμβάνει και πάρα πολλές δουλειές που δεν τις θέλαμε. Πολλές θεατρικές δουλειές που από ανάγκη κάναμε. Πολλούς συναδέλφους που δεν ταιριάζαμε και συνεργαστήκαμε για μήνες. Πολλές παραστάσεις που αγαπάμε, μα δεν ήρθε ο κόσμος να τις δει. Το σανίδι είναι δουλειά, δεν είναι ψυχική διαδικασία. Αυτό που κάνει χαρισματικό έναν ηθοποιό δεν είναι να καμώνεται πως είναι κάποιος άλλος. Αυτό όλοι τον κάνουν σε κάποια φάση της ζωής τους. Κι εσύ έχεις καμωθεί, φίλε μου, ότι είσαι κάποιος άλλος, για μεγάλο διάστημα της ζωής σου. Είναι εύκολο να πεις ένα ωραίο ψέμα, πειστικά. O.K? Χαρισματικός είναι ένας ηθοποιός από τον τρόπο που διαχειρίζεται την εμπορευματοποίηση της ψυχής του. Χαρισματικός ηθοποιός γίνεται κάποιος από τον τρόπο που διαχειρίζεται την ρουτίνα και την απόρριψη. Χαρισματικός ηθοποιός γίνεται από τον τρόπο που διαχειρίζεται την προδοσία των ομοίων του και την ματαίωση των ονείρων του, το πως βρέξει-χιονίσει θα είναι εννιά το βράδυ στο θέατρο να παίξει, αρέσει-δεν του αρέσει αυτό που κάνει, έχει-δεν έχει κόσμο αυτό που παίζει. Αυτό είναι το σανίδι. Δεν είναι κάτι άλλο μεταφυσικό και ποιητικό. Ο ηθοποιός δεν είναι -αλήθεια- ποιητής να σηκωθεί στις τέσσερεις τα ξημερώματα να γράψει ποίημα. Ο ηθοποιός είναι επαγγελματίας που έχει παραγωγό, σκηνοθέτη, συναδέλφους, έργο, κοινό, άχαρους ρόλους, ενδεχομένως ανεργία. Αυτό λέγεται σανίδι. Και εκμετάλλευση. Εκμετάλλευση που ξεκινά από το γεγονός ότι παλιά λέγαμε «θέλω να γίνω ηθοποιός» και υπήρχαν πενήντα θέατρα στην Αθήνα, μια Επίδαυρος κι ενάμιση κανάλι τηλεόραση. Δεν υπήρχε youtube, netflix, αμερικάνικες σειρές. Ο σημερινός νέος μπορεί να δει μισό talent show, κι ένα βράδυ μια παράσταση στο Bios και να πει «α, αυτό μπορώ κι εγώ να το κάνω». Ως εκ τούτου, έχει ζήτηση το επάγγελμα. Κι έτσι, οι δραματικές σχολές έγιναν πολλές. Ως εκ τούτου πάλι, υπάρχει μεγάλη απάτη στο θέμα των Σχολών. Κι έτσι, υπάρχει εκμετάλλευση των ονείρων των νέων. Και το θέατρο γνωρίζει την παρακμή που γνωρίζει κι όλη η αγορά. Μεγάλη προσφορά, μικρή η ζήτηση στο θέατρο και τεράστιο το παραεμπόριο των ονείρων. Μια Δραματική Σχολή να πει «ναι, αυτό παιδί μου, που θεωρείς ηθοποιός δεν είναι ηθοποιός-έλα να σου δείξω» είναι δύσκολο. Αντ΄ αυτού, η Σχολή σου λέει «ναι, αυτό που ξέρεις κι είδες είναι ηθοποιός. Έλα να σου το διδάξω και πληρωμένο». That’s all.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να κάνω αυτό που θέλω μέχρι τώρα, αλλά τουλάχιστον κατάφερα να μην κάνω αυτό που δεν θέλω

«Can’t stop addicted to the shin dig/ cop top he says I’m gonna win big/
choose not a life of imitation/ distant cousin to the reservation/
defunkt the pistol that you pay for/ this punk the felling that you stay for/
in time I want to be your best friend»…

Δ.Λ.: «Κακή παράσταση είναι αυτή που δεν καταλαβαίνω ως θεατής και βαριέμαι. Και όταν «ντύνεται» επικοινωνιακά από μια δηθενιά ή κάτι μοδάτο; Ναι. Λόγω του internet, υπάρχει ένας βομβαρδισμός στον αδαή θεατή, ότι μια παράσταση είναι εξ αντικειμένου και εκ προοιμίου καλή ή κακή. Τον -από τα αποδυτήρια- τίτλο κειμένου «10+1 παραστάσεις που πρέπει να δείτε», δεν τον καταλαβαίνω. Τις είδες, φίλε; Συνέβησαν οι παραστάσεις; Πώς το λες;… Α! Και κάτι άλλο. Όταν παίζει ένας ηθοποιός στη σκηνή, το κατά μεγάλο ποσοστό που παίζει είναι ο «μύθος» του, και κατά το υπόλοιπο ποσοστό οι ικανότητες του. Υπάρχουν ηθοποιοί που-εκ προοιμίου- είναι «μύθοι», «θεοί’, «ημίθεοι». Ακόμη και να ουρήσουν πάνω στη σκηνή, θα πούμε «ρε, τι έκανε ο θεός;!». Αντίθετα, αν είσαι «αρνητικός» μύθος, που δεν έχεις φροντίσει «να τον καλλιεργήσεις», «να τον ποτίσεις», «να τον φτιάξεις», ρίχνεις διαφήμιση και πορεύεσαι. Πάντα συνέβαινε. Όλοι είχαν τον μύθο τους. Ο Μινωτής, η Παξινού είχαν μύθο, που είχε δουλευτεί μέσα από την ουσία της δημιουργίας τους. Δεν υπήρχαν τότε τα «μέσα» της δημιουργίας του μύθου. Τώρα, υπάρχει μια κρεατομηχανή που φτιάχνει και αλέθει ηθοποιούς. Λες μισή φράση και γίνεσαι τραγωδός στην Επίδαυρο. Το αισιόδοξο στο ελληνικό θέατρο, τα τελευταία χρόνια, είναι πως υπάρχει μια στροφή στο έργο με νόημα είτε βαθύ, είτε ρηχό, αλλά νόημα, με αρχή, μέση και τέλος. Αν υπάρχει συνταγή; Νομίζω πάλι, το θέατρο ψάχνεται. Ζήσαμε τα πολλά μιούζικαλ, τώρα τα έργα ελληνικού κινηματογράφου, νέες ομάδες καταπιάνονται με το devised theater, αλλά έχω την εντύπωση πως ο κόσμος επιλέγει αυστηρά. Ο κόσμος έχει ένα και μοναδικό εικοσάευρο και επιλέγει να δει το ένα θέατρο. Μια καλή παράσταση που οφείλει να έχει διάρκεια στο χρόνο και βάθος. Με το από στόμα σε στόμα. Βλέπεις τώρα, για παράδειγμα κάποιοι καπηλεύονται ως συνταγή το μεταναστευτικό για να κάνουν καλλιτεχνική και οικονομική επιτυχία σε παράσταση. Με ένα θέμα που «αιμορραγεί». Δεν θα το έκανα, προσωπικά, δεν είναι στις προτεραιότητές μου. Με απασχολεί κοινωνικά, μα δεν θα το αποτύπωνα καλλιτεχνικά. Πάντως, κι όλοι το κάνουμε λίγο ή πολύ αυτό… Παίζουμε με τα «χαρτιά» της πραγματικότητας. Κι όλοι κοιτάμε την μόδα, τι έκανε ο άλλος, όλοι θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Το θέμα είναι καθένας κι εγώ προσωπικά, τι λογαριασμό δίνω στην συνείδησή μου. Δεν ξέρω αν κατάφερα να κάνω αυτό που θέλω μέχρι τώρα, αλλά τουλάχιστον κατάφερα να μην κάνω αυτό που δεν θέλω. Είμαι προσγειωμένος άνθρωπος… αλλά ξέρεις κάτι; Είχα πιστέψει ότι είμαστε παντοτινοί ως άνθρωποι. Ηθοποιός γαρ… Νόμιζα ότι θα είμαι για πάντα νέος. Δεν καταλάβαινα το διάβα του χρόνου. Είχα την αυταπάτη ότι θα είμαστε μόνιμοι, θα είμαστε τα πάντα πάνω σε μια σκηνή, για πάντα νέοι, για πάντα αρεστοί, για πάντα βασιλιάδες»…