at a glance
Top

ας ραγίσει

κείμενο | δώρα βέτσου */* φωτογραφίες | δώρα βέτσου */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου + τάσος θώμογλου

μυστήρια πλάσματα

Λίγος καιρός είχε περάσει, αλλά έμοιαζε στο μυαλό της σα να ήταν χρόνια πριν. Ή ίσως και να μην έγιναν ποτέ όλα αυτά, ίσως να ήταν ένα δυσάρεστο όνειρο. Έτσι έμοιαζε. Ήταν και πάλι μαζί, σα να μη συνέβη ποτέ τίποτα για να τους διαλύσει, σα να μη χωρίστηκαν ούτε στιγμή, σα να μην πέρασαν νύχτες και μέρες- μα κυρίως νύχτες- που δύσκολα κυλούσαν.

Σα να μην είχαν ειπωθεί λόγια βαριά, σα να μην πλήγωσε ο ένας τον άλλον ποτέ, λες και δεν ούρλιαξε ποτέ στον έρωτα να φύγει και να τους αφήσει ήσυχους πια, να ηρεμήσουν, να μη πονούν, λες και δεν όρκισε τον έρωτα να μείνει μακριά γιατί πληγώνει.

Έτσι ένιωθε. Κρατούσε και πάλι το χέρι του με μια περίεργη ηρεμία, με μια παράξενη σιγουριά, και δεν ένιωθε τίποτε από όλα αυτά που φοβόταν ότι θα νιώθει. Δεν αιμορραγούσε καμία πληγή. Δεν είχε θυμό απέναντί του, δεν έβγαζε παράπονο πάνω του. Καμία ανασφάλεια δε μπορούσε πια να σκιάσει τη μέρα, καμιά αμφιβολία δεν τάραζε τη νύχτα της. Δεν πίστευε ποτέ πως θα είναι έτσι, τόσο απλό. Φοβήθηκε πριν γυρίσει, τα φοβήθηκε πολύ όλα αυτά.  Την κράτησαν μέρες και νύχτες- κυρίως νύχτες- μακριά του, δεν τολμούσε να σκεφτεί ότι θα γύριζε. Δεν τολμούσε να φανταστεί ότι όλα μπορεί να γίνουν όπως πριν- ούτε καλύτερα. Δεν ήξερε πώς μπορούσε να τον εμπιστευτεί ξανά, ούτε εκείνος πώς θα τη δεχόταν . Δε γινόταν – στο μυαλό της- ούτε να απολογηθεί σε όλους γι’ αυτή την επιστροφή, δεν είχε λέξεις να δικαιολογήσει το γυρισμό της.  Κι αυτό γιατί είπαν κι οι δυο λόγια σκληρά, απόλυτα. Γιατί ήταν οριστικό- έτσι έλεγαν. Γιατί φοβόταν και τον εαυτό της κι εκείνον.

Πάλεψε πολύ μέσα της με το σωστό και το λάθος, με το» πρέπει» και το «δεν», με τις φωνές στο κεφάλι της και τις κουβέντες στα αυτιά της. Κι όσο τα ζύγιζε τόσο χανόταν. Μέχρι που θυμήθηκε. Θυμήθηκε την καρδιά της και πώς χτύπαγε όταν τον συναντούσε. Θυμήθηκε τις στιγμές τους, πάντα γεμάτες ένταση, αλλά και τόση αγάπη. Θυμήθηκε το βλέμμα του, που της έδινε τόση ηρεμία. Μέχρι και το άρωμα από το δέρμα του θυμήθηκε. Και τότε δεν είχε να ζυγίσει τίποτε. Καμία ντροπή, καμιά φωνή, κανένας όρκος μίσους δεν υπήρχε πια. Γιατί θυμήθηκε πως είχε να νιώσει την καρδιά της να χτυπάει από τότε, κανένας άλλος δεν μπόρεσε.

«Ας ραγίσει ξανά» είπε. «Ας ραγίσει επειδή χτυπάει δυνατά. Ας ραγίσει, παρά να ατροφήσει».

Και δε φοβόταν πια τον έρωτα. «Δεν είναι ο έρωτας αυτός που πληγώνει. Οι άνθρωποι πληγώνουν. Στο χέρι τους είναι».  Κι αυτό της έδινε δύναμη να πιστέψει πως θα τα καταφέρουν. Δύναμη να βάλει τα δυνατά της. Και γύρισε. Χτύπησε μια μέρα- μια νύχτα ήταν – το κουδούνι, και μπήκε μέσα, σα να μην είχε φύγει ποτέ. Γιατί δεν είχε φύγει ποτέ. Κι είναι ακόμα εκεί- μέρα και νύχτα.