at a glance
Top

απώλεια

κείμενο | δώρα βέτσου */* φωτογραφίες | δώρα βέτσου

μυστήρια πλάσματα

Απώλεια. Μια λέξη που πονάει και μόνο στο άκουσμά της.

Σφίγγεται το στομάχι, καίει το στήθος-

ανάλογα πού είναι ευαίσθητος ο καθένας.

Λέξη που σαν την ακούς, αγκαλιάζεις διπλά σφιχτά ό, τι έχεις δίπλα σου.

Έμψυχο ή άψυχο. Γιατί όταν την ακούς και τα άψυχα έχουν ψυχή.

Λέξη που φέρνει μνήμες, αλλά και σκέψεις.

Μνήμες για όσα έφυγαν, σκέψεις ότι θα φύγουν κι άλλα. 

Και τελικά, αυτό που την κάνει πιο βαριά, είναι ότι είναι η μόνη σίγουρη συνθήκη.

Για τίποτα άλλο δεν μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι, 

τίποτα άλλο δε μας ανήκει.

Μόνο η βεβαιότητα ότι θα έρθει. Ξανά και ξανά. 

Και όσα έφυγαν δεν πονούν τόσο- τελικά.

Όσα έφυγαν τα κλάψαμε, όσα χάσαμε είναι χαμένα πια, τα πενθήσαμε.

Τα άλλα πονούν. Όσα φοβόμαστε πως θα φύγουν.

Και η σκέψη ότι πρέπει να πενθήσουμε πάλι. Ξανά και ξανά. 

Μα κι όσα χάθηκαν; Γιατί τα κλάψαμε; 

Μήπως για όσα δεν πρόλαβαν να πουν; Για όσα δεν προλάβαμε εμείς να πούμε;

Για όσα δεν κάναμε;

Ή και για όσα πρόκειται να έρθουν και τα φευγάτα μας δε θα’ ναι εδώ να τα δουν;

Δίπλα μας, κοντά μας…

«Απώλεια» ακούς και τρομάζεις, δεν ακούς και λυπάσαι.

Τρομάζεις γιατί δεν ξέρεις πότε, δεν ξέρεις ποιός ή τι θα χαθεί, 

μα ξέρεις αυτό και αυτό σε πονάει.

Θα’ ρθει. 

Και ξέρεις πως όλα θα τα αντέξεις, και τον πόνο, και το φόβο.

Και το θυμό.

Και τα δύσκολα όλα, ακόμα και μόνος.

Στα δύσκολα πεισμώνεις κι αντέχεις. Έστω και μόνος.

Ένα πράγμα όμως ξέρεις πως δε μπορείς, δεν αντέχεις.

Τα ωραία και τα εύκολα. Εκεί τη βρίσκεις μπροστά σου.

 Είναι εκεί που η απώλεια πονά.

Στη χαρά.

Εκεί πονά να’ σαι μόνος. 

Κι αυτός ο πόνος δεν περνά.