at a glance
Top

Άντε και σουρούπωσε

κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης

Μια ιστορία μικρή

Μια φοράς μας αχωρίσανε  και χωνεμό δεν το ‘χα. Τί κι αν τράνεψα πια! Εκείνο πιο βαρύ κι από τη φυλακή. Θα σου τα πω μη βιάζεσαι. Μ’ ονόματα και όπως τα θυμούμαι. Ναι, θα την κάμω, άλλη μια, την ψυχή και την καρδιά μου λιώμα πάλι. Μωρ’ εδώ που τα λέμε, ανάγκη είναι κι η ξομολόγηση τούτη. Φεύγει  από τους ώμους μου θαρρείς μια πίεση, μετά. Άσε που πρέπει κάποιος να τα ξέρει από πρώτο χέρι, γιατί σε λίγα χρόνια ,ίσως  κάποιοι να μας βγάνουνε τρελούς ή ψεύτες. Γιατί απ΄ τα βιβλία του σχολειού μην περιμένεις. Πάντα θα κρύβουν και θα κρύβονται. Άντε, άκου τα και κουβέντα μου μη χάσεις. Άκου, γιατί εσύ μου το ζήτηξες. Άκου.

 Όταν τον βάλανε τον παππού σου στη φυλακή στα ξερονήσια, χάσαμε τα πάντα. Κι όσο κι αν πάλεψε η παραμάνα μας, κάποτε κάποτε λύγισε και ύψωσε τα χέρια στο Θεό για ελεημοσύνη. Τρία τα στόματα. Κράτησε τον μικρό μαζί της και μένα και τον θειό σου τον μεγάλο μας μοίρασε-όπως στο λέω, μας μοίρασε- σε συγγενείς, στη Νέα Ζωή εμένα και στην Γιάντσιστα τον θείο. Πολύ με πείραξε ετούτο. Και δεν ήταν ότι με πείραξε μόνο που με μιας έχασα τον κόσμο μου όλο, παρά που δεν είχα ποιον να κατηγορήσω. Σε ποιόν να ρίξω ευθύνες έτσι που μας αχώρισαν, δίχως να μας ρωτήξουν πρώτα! Μικρός ήμουνα, όχι κανάς μπουνταλάς. Ήξερα. Η μάνα είχε αποθάνει χρόνια τώρα, ο μπαμπάς σε κάποιους πήγε κόντρα και μας τον εξορίσανε και η παραμάνα μας, γριά γυναίκα, έκανε ό,τι καλύτερο για να επιβιώσουμε. Τα ‘ξευρα όλα. Με ποιον να τα βάνω δεν ήξερα. Μένα όμως με πίκρανε πολύ που ‘χασα τ’ αδέλφια μου και μ’ άδειασε η ψυχή που χώρια θα κοιμάμασταν, χώρια θα παίζαμε, χώρια θα μεγαλώναμε… Πέρασαν όμως τα χρόνια και όλοι μαζί ξανασμιχτήκαμε και δώσαμε όρκο αλόγιαστο κι ανείπωτο, οι τρεις μας μαζί ως τα βαθιά γεράματα να μην ξαναχωρίσουμε ποτέ. Κι έτσι περίπου έγινε ως τον Απρίλη εκείνο.

 Άκου, λοιπόν, πως έγινε. Παρασκευή ήτανε πρωί κι ο μπαμπάς μου πάλευε να κόψει μ’ ένα χοντρό ακόνιστο ψαλίδι τα νύχια των ποδιών του τα χοντρά, μπρος στην αυλή. Δίπλα στα γκαζοτενεκέδια με τα μυρωδικά που ο ίδιος φύτευε. Να κάτι βασιλικά! Να κάτι αγιάσματα! Μπροστά άκουγες την ψαλιδιά και πίσω τα αχ! του, με κάνα μπινελίκι αντάμα. Γκαβώθκε και κόβουνταν, βρε. Παραμονές μεγάλης εβδομάδας. Γώ κείνες τις μέρες όλο έτρεχα με τους Λαμπράκηδες ν’ αλλάξουμε τον κόσμο. Έρχουταν κι εκλογές τέλη του Μάη, βλέπεις, και είχαμε αναλάβει ένα σωρό δουλειές ο καθένας μας. Ουχού… και ποιός μας έπιανε! Να τον καλημερίσω στάθηκα μα με πρόλαβε το μικρό τρανζιστοράκι του και μου ‘κοψε τη φόρα και μου ‘βαλε τρικλοποδιά στο ήδη, από μωρό παιδί, ασθενικό μου πόδι. Το γλέπεις πώς είναι, σα γκλίτσα λαξεμένη. Και κάνω δυο και τρία βήματα, που λες, και σουρίαζομαι  άτσαλα στα χέρια του μπαμπά μου, που με κοιτά στα μάτια αχόρταγα, με μάτια που μιλούσαν. 

 Πραξικόπημα. Χούντα και ‘Γιώργης’ Παπαδόπουλος και Παττακός και Μακαρέζος κι ατέλειωτο κακό σε ηλιόλουστο πρωινό.

 Εκείνο ήταν! Μ΄ έσπρωξε, θαρρείς να με εξαφανίσει και μόνο με συμβούλεψε τίποτα να μη φοβηθώ. Άλλα τα μάτια του είπαν…

 ‘’Στα γραφεία δεν πρόκανε κανείς μας να πάει. Ήδη ήταν μέσα οι μπαγάσαδες και μάζευαν όλο μας το υλικό. Μέχρι και το καινούργιο μας ραδιόφωνο κατάσχεσαν, οι αλήτες. Τους άλλους τους μάγκωσαν στα σπίτια τους.’’ Έτσι ακριβώς  μου τα ‘λεγε ο Μανώλης, σύντροφος, φίλος και νέος μου αδερφός εδώ και χρόνια, καθώς παέναμε τρέχοντας να πάρουμε μαζί μας και τον Γιάννο και κάπου να κρυφτούμε όλοι μαζί. 

 Το σχεδιάζαν μήνες τώρα τα φασισταριά και μας τσακώσανε στον ύπνο. Τάχα εκλογές από τη μια, τάχα ο Βασιλιάς, το πουσταριό – και να με συμπαθάς μα αν δεν το ‘λεγα θα ‘σκανα, παιδί μου- θα ‘μπαινε σπόντα από την άλλη… και τσουπ, θρονιάστηκε ο χουντικός ο αρχικερατάς. Και άμε τώρα να βάλεις τη ζωή σου σε μια τάξη. 

 Λίγο ψωμί στην αμασχάλη, ένα πανωφόρι, μια χούφτα ζάχαρη στην τζιόπα και φεύγα και πιλάλα εδώ κι εκεί. Σκέψεις πολλές, κουβέντες άλλες τόσες και φόβος κι ενθουσιασμός από την άλλη. Μι’ αλήθεια φωτοστέφανο μπροστά από την ελπίδα για μία δίκαιη ζωή ( αν και ο Νίτσε είχε γράψ’ ότι η ελπίδα είναι το χειρότερο κακό, γιατί λέει παρατείν’ το βάσανο. Σάματις ξέραμε εμείς κάποιον από δαύτους, τότε! Μετά διαβάσαμε…).

 Όλοι μας στα τριάντα πάνου κάτου, δε λογαριάζαμε πολλά. Κι άλλωστε ξέραμε καλά ότι δεν κάμαμε κακό σε κανένα. Αυτό ήτανε πολύ σημαντικό για εμάς. Και θα τα παρατάγαμε όλα δίχως δεύτερη σκέψη. Και τί θαρρείς, ‘μεις δεν είχαμε έρωτες; Αρραβωνιάρες δεν είχαμε εμείς; Ε; Απ’ όλα είχαμε. Πρώτος εγώ, και μεταξύ μας και δώσε τόπο στην οργή, δεν ήταν η μάνα σου… μα ώρα δεν είναι. Για ειρήνη μιλούσαμε, ισότητα και δημουκρατία. Όλ’ η Ευρώπη καίγουνταν από πολιτισμό και τέχνες, στην Ανατολική Ευρώπη κυριαρχούσε ο σοσιαλισμός κι εμείς δεν αμπορούσαμε ακόμη να ξεπεράσουμε την μπάτσα του Β’ Παγκοσμίου και του Εμφυλίου. Νάτη κι η χούντα, τώρα. Στεγνή μπουκιά η δημουκρατία. Αλήθεια, να γράφει άραγε, τώρα, μέσα στην Ιστορία κάνα κεφάλαιο για τον Εμφύλιο ή ακόμη το αποφεύγουν οι δειλοί; Άσε, μην απαντάς, κατάλαβα! Εδώ βρε, για το ’22 διστάζουν να μιλήσουν και να καθιερώσουν επιτέλους μιαν επέτειο κι εγώ ακόμη αναμένω για τ’ άλλα, που μοιάζνε  σίδερα πυρακτωμένα. Ας είναι. Τί λέγαμε; Α, ναι. Πήραμε, απου λες, το μονοπάτι από το Κοκκινόχωμα για Αγιά Τριάδα. Τα ‘ξερα εγώ, ωσάν την απαλάμη μου ετούτα τα μέρη. Σαν ήμαν παλικάρι, κατέβαζα ξύλα με τα μουλάρια απ’ όλο το βουνό. Χρόνια αθώα και δύσκολα.

 Κάπου εκεί , μι’ ανάσα πριν να φτάσουμε, κάναμε μια στάση μέσα σ’ ένα χαλί σπαρμένο απ’ τη φύση παπαρούνες. Να ξαποστάσουμε καμπόσο. Και τότε μου ‘ρθε στο νου, και το ΄λεγα στους άλλους και σάματις θαρρώ για λίγο ξεχαζωθήκαμε, τότε που ‘βάφτισα’ την ομάδα του μαχαλά μου ‘’Κόκκινη Παπαρούνα’’ κι έγινε αποδεκτό απ’ όλους με τη μιας, βάζουντας και στην μπάλα τη ‘σφραγίδα’ μας. Αα, τέτοιος ήμουν πάντα, γιέ μου!

 Μέχρι να φτάσουμε στην εκκλησιά, απου λες, μεσημέριασε κι ο νους μας έτρεχε και κάλπαζε και λύσεις δεν προκύπταν. Τρία βράδια περάσαμε εκεί γύρω- το δεύτερο μέσα στην εκκλησιά γιατί είχε πιάσει κρύο και η υγρασία τρύπαε- και η απογοήτευση σε συνδυασμό με την πείνα και την αϋπνία, μας έσυραν πίσω στην πόλη. Στο δρόμο κατεβαίνοντας, στο Βουναλάκι, πετύχαμε έναν αστυνομικό. Κοιταχτήκαμε όλοι στα μάτια ανήσυχα. Τρεις ήμασταν κι εκείνος μόνος… Πέρασε από το μυαλό μας- δε θα στο κρύψω- κι απ’ τα χείλη μας- άλλο τόσο- να του δώκουμε μια και να τον αφήκουμε στον τόπο. Ούτε που τον ξέραμε. Τον φέρανε ‘κείνες τις μέρες, φαίνεται. Κι έπειτα; είπαμε. Και κυνηγημένοι, αλλά και φονιάδες θα ήμασταν, και λύση δε θα βγάναμε. Άλλωστε, ποτέ δε θα γινόμασταν σαν τις μούτσκες  τους! Πολλά γράμματα δεν ξεύραμε, ένα Δημοτικό με το ζόρι, αλλά κει χαμηλά δεν θα πέφταμε. Αλέκιαστοι ξεκινήσαμε κι έτσι θα καταλήγαμε. Η σκέψη αυτή, απου λες, ήτανε σκέψη πανικού και ως ήρθε έτσι έφυγε πέρα μακριά μας. Στα πλεμόνια μας ξαπόστανε το δίκιο. Και ξέρεις κάτι, να σου πω και να με πιστέψεις- λόγω σου δίνω- δεν ήμασταν ‘μείς οι καλοί και οι άλλοι οι σκάρτοι. Μήτε οι άλλοι είχανε κέρατα. Όχι! Μεις είμασταν απλά πιο ανήσυχοι. Ψάχναμε και ρωτάγαμε και νοιαζόμασταν για τον άνθρωπο.

Αυτή, ίσως, ήταν και η διαφορά μας. Τώρα τι φέρνει αυτή η διαφορά απ’ άνθρωπο σ’ άνθρωπο και τι τους ξεχωρίζει, άλλοι θα το κρίνουν. Φύγε μαρί παλιόμυγα, με ζάλισες. Οχού…

 Γυρίσαμε σπίτια μας μήπως και βγάζαμε μιαν άκρα. Κάποιος σύνδεσμος να μας φυγάδευε έξω, ίσως, λέγαμε. Αγκαλιαστήκαμε με λίγα κρυφά δάκρυα αφημένα στους ώμους του αλλουνού ο καθένας και χωρίσαμε με την υπόσχεση να μη λυγίσουμε ποτέ. Σουρούπωσε κι έμεινα μέχρι αργά, στις δέκα θα ‘φτανε, κρυμμένος λίγες δεκάδες μέτρα πέρα απ’ το σπίτι μας. Μοσχοβόλαε  Άνοιξη η γειτονιά, αλλά μονάχα ο γκιώνης ακούγονταν στη νύχτα μέσα. Βουβή κι άγρια η νύχτα της χούντας. Κι ο καφενές κλειστός κι ερημωμένος, ορφανεμένος από μυρουδιές τσιγαριστές και νότες μπουζουκιού. Έδωσα ένα σάλτο- όπως μπορούσα ο έρμος- και πέρασα τον πίσω φράχτη του σπιτιού. Ο παππούς σου, λες και με ανέμενε. Γιόμοσε ένα πιάτο με φαγί -κούκο- ρύζι, λίγο κρέας, μου ΄χωσε μισό καρβέλι στον κόρφο και μ’ έστειλε, χωρίς πολλές πολλές κουβέντες, στο διπλανό το σπίτι τ’ αδειανό. Αύριο, μ ‘είπε, θα τα πούμε. Ξεκουράσου. Μήτε τ’ αδέρφια μου δεν είδα, και ήθελα τόσο!

 Το πρωί, Μεγάλη Δευτέρα ξημέρωνε, στις έξι το πρωί τον άκουσα να ‘ρχεται βαρύς. Στάθηκε πάνω μου σα γεροπλάτανος  και μόνο με θωρούσε, καθώς ξυπνούσα αργά αργά…

‘’Σήκω, αγόρι μου. Ήρθανε να σε πάρουν, οι διαόλοι. Σήκω.’’ Κι έπειτα βούρκωσε, μα δεν του επέτρεψε του ίδιου του του εαυτού να ξεχειλίσει. Τέτοιος ήτανε. Ούτε μ’ αγκάλιασε. Μόνο μου ετοίμασε βουβός δυο πράγματα και τα χαρτιά μου. Τρεις αστυνομικοί με ανάμεναν στην όξω πόρτα…

Φεύγοντας δε γύρισα κεφάλι. Μόνο τον άκουσα να λέει δυνατά, έλεγα πως πήγα εγώ στη φυλακή για όλους. Δεν έφτανε, φαίνεται. Έπρεπε να πας κι εσύ!

Τί βρε, δεν κατάλαβες πως με βρήκανε; Ρουφκιάνοι ,μάνα μου, ρουφκιάνοι. Πάντα θα υπάρχουνε ρουφκιάνοι και καλοθελητάδες, για να γράφεται η ιστορία της Ελλάδας μαύρη. Ποιο μαύρη κι απ’ τις χούντες. Γιατί η ρουφκιανιά χειρότερη κι από την χούντα είναι!

 Άντε, πήρε να σουρουπώνει τώρα. Να φεύγω, μάτια μου κι εγώ, άλλο μη σ’ ανουχλώ. Τους γλέπεις όλους αυτούς. Όλοι τους μ’ έχουνε για τρελό που φέρνω το σκαμνί μου κάθε μέρα και κάθομαι μαζί σου με τις ώρες. Μη θυμώνεις, αλήθεια σε λέγω. Πολύ δε θένε κουδούνες να μου βάνουν. Θα έρθω κι αύριο. Να ‘μαι καλά και θα ‘ρθω. Στάσου να σου ανάψω ακόμη ένα κερί να σε φυλά το βράδυ. Και λίγο ακόμη λάδι στο καντήλι σου. Αα έτσι! 

Άντε και σουρούπωσε για τα καλά κι ο κουσουρλής ο γέρος σου, θέλει ώρες για να γυρίσει πίσω. Άντε να φεύγω.