at a glance
Top

δυο περιουσίες κι άλλη μια…

Νεύρα. Σπαρίλα. Να ΄χεις γυρίσει στην πόλη κι η πόλη να σε πνίγει. Έτσι ήμουν αυτό το βράδυ πάλι. Έφαγα μποτιλιάρισμα, σαράντα λεπτά να παρκάρω στο κέντρο για να πάω στο γραφείο και η Σεπτεμβρίλα να μου σπάει τον τσαμπουκά. Πού ΄ναι τα μπάνια μου, τα βράχια μου, τα μακροβούτια; Χάθηκαν, όπως αρχίζω σταδιακά να χάνω το μαύρισμα από τις αμμουδιές. Εκεί που σε μια σκηνή εγώ κι εσύ είμασταν αγκαλιά, το κινητό ξεφόρτιζε παίζοντας Αλκίνοο, σε φιλούσα και γέμιζαν τα χείλη μου αλμύρα.
Κάποιος είπε πως η αγάπη σε ένα αστέρι κατοικεί. Και εγώ όλο τον Αύγουστο σε είχα βρει. Κάποιος είπε πως ο έρωτας για μια στιγμή κρατά. Και γύρισα στο σπίτι και δεν μου έφταιγαν πλέον μόνο όσοι έβλεπα όλη μέρα γύρω μου, μου έφταιγες κι εσύ. Και τα έβαλα μαζί σου. Και εσύ τσίτωσες με τη μία κι απάντησες.
Κάποιος είπε πως ο δρόμος είναι η φλέβα της φωτιάς. Πήρα τα τσιγάρα κι έφυγα από το σπίτι. Στην είσοδο της οικοδομής, όπως έβγαινα, ένας πρωτοετής φοιτητής χάζευε τα δύο κολλημένα ενοικιαστήρια στη πόρτα. Με ρωτάει με κυπριακή προφορά, αν ξέρω για την πολυκατοικία στοιχεία να του πω.

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | λευτέρης τσινάρης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου

στη συναυλία του Αλκίνοου με μια κιθάρα

Κι έτσι, ένα παιδί που ζήτησε βοήθεια, με έκανε να μη δω τον Καθρέφτη μου, που ως τώρα είχε τσεκούρι και σπαθί. Αίφνης, θυμήθηκα τα νιάτα μου. Κάποτε, θα γνωριστούμε, τυχαία, σε κάποιο σπίτι φιλικό, θα συστηθούμε, κρυφά θα κοιταχτούμε και θα ΄μαστε κι οι δυο, σταγόνες στο γιαλό. Θυμήθηκα πως ήμουν κι εγώ φοιτητής, κάποτε, σε αυτή την πόλη. Κάποτε, θα μου ρίχνεις ένα βλέμμα, θα ΄σαι το σώμα, το αίμα θα ΄μαι εγώ. Θυμήθηκα τη δική μου Καμάρα, τα παγκάκια της Αριστοτέλους, την παραλιακή. Κι ύστερα, θα ξεχαστούμε, αιώνες θα περάσουν. Και θα ΄μαστε κι οι δυο, σταγόνες στο γιαλό. Τον ρωτάω, αν ξέρει το «κόκκινη τριανταφυλλιά μου». Με ρωτάει το παιδί «Κύπριος είσαι;». Όχι του λέω, δεν είμαι Κύπριος. Απλά, μεγαλώνω με Αλκίνοο. Και κάνω «κράτσα-κρούτσα». Και το παιδί γέλασε. Μου ζήτησε να του δείξω μια κοντινή πιάτσα με ταξί, γιατί η μητέρα του ήταν στο ξενοδοχείο. Του λέω, «πάμε παρέα ως εκεί». Σόλο αυτός, σόλο εγώ.
Μπήκε στο ταξί, αφού μου ζήτησε το κινητό μου τηλέφωνο, για να πάμε για μια μπύρα τις επόμενες μέρες κι εγώ μπήκα σε άλλο ταξί. Ο ταρίφας με ρώτησε «που πάμε;». Του απάντησα «στον Αλκίνοο». Χαμπάρι ο καημένος κι εγώ του λέω «Μονή Λαζαριστών».

Με τόση τσατίλα που είχα από τον καυγά στο σπίτι, ζεν μοναχά εκεί μπορούσα να γίνω. Πήρα την μπύρα από παραδίπλα, άναψα τσιγάρο και «με τόσα ψέμματα που γέμισαν οι λέξεις», εγώ ήθελα κάποιος να μου πει, αυτή τη γαμημένη φράση…»πάντα θα ξημερώνει». Ψιλοανέβασα πίεση όταν άκουσα το «γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω», κοίταξα το κινητό, εκείνη κυρία, ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Μια καριόλα αναπάντητη… ένα «τι κάνεις μπάρμπα Γιώργη» περίμενα να βρω στο messenger. Αρχίδια.
Κι ο Αλκίνοος, μόνος, σαν εμένα. Μόνο που ΄κεινος είχε μια κιθάρα. Ζήνωνος. Να φορτίζω και να κοιτάω τα αστέρια να μετράω στον ουρανό. Κι έπειτα, «Βόσπορος» και δώσ’του κι άλλη μπύρα. Όνειρο ήτανε. Και εκείνος με μια μικρή βαλίτσα τραγούδια με παρηγορούσε με το καημό του. Κι ύστερα, θυμήθηκε τον Τζίμη και τραγούδησε «Έλληνας, Νεοέλληνας». Κι ύστερα με πέταξε στο βυθό, με την Αρετούσα. «Ερωτόκριτος», να ερμηνεύει και η χορδή της φωνής του, να με γονατίζει.
Μην μου στεναχωριέσαι, μάνα, δεν μου αξίζει. Σε μια συναυλία σαν σε εκκλησία, εκείνος κοινώνησε αλήθεια και πολιτική. Γιατί η στάση του στη ζωή, είναι σαν του τραγουδιού και του τόπου που γερνάμε. Όσα η αγάπη ονειρεύεται, τα βρίσκει όνειρα η ζωή. Μα όποιος στα αλήθεια ονειρεύεται, κάνει τον πόνο προσευχή, βαρκούλα κάνει το φιλί και ξενιτεύεται.

Και ήρθε και η ώρα που ξανακοίταξα τη γαμημένη συσκευή και ήρθε ο Αλκίνοος να με στανιάρει τραγουδώντας «Θεέ μου, μεγαλοδύναμε». Μεσάνυχτα και ο Αλκίνοος έφυγε από τη σκηνή, μα έμεινε στη καρδιά μου. Γύρισα σπίτι, έτοιμος να ζητήσω συγγνώμη για την κακή μου στιγμή. Σιγοτραγουδούσα «κόκκινα χείλη φίλησα». Έφτασα έξω από την πόρτα, έβγαλα τα κλειδιά να ανοίξω και σαν να άκουσα τον Αλκίνοο στα αυτιά μου, να ψιθυρίζει «θα ΄μαι κοντά σου, όταν με θες»…